Τετάρτη, 18 Φεβρουαρίου 2015

Η κατασκευή του Φόβου

http://4.bp.blogspot.com/-5mVI8rY_QC0/VELgRchYZnI/AAAAAAAACJ8/JM8lH-KC5WU/s1600/fovos%2B.jpg      Η κυρίαρχη παγκοσμίως νεοφιλελεύθερη οικονομικοπολιτική κατάσταση υποστηρίχθηκε από το περιβάλλον των νεοταξικών, νεοεποχίτικων επινοημάτων. Κέντρο φυγής αυτής της συνάφειας είναι ο φόβος. Φόβος  κρυφός ή φανερός, που διοχετεύεται και εξαπλώνεται από κάθε πραγματική ή  εξωπραγματική, συνεπώς πλασματική, και συνεπώς ακραία επικίνδυνη πηγή σε όλο το φάσμα του ψυχισμού των ανθρώπων, στοχεύοντας και στο «σώμα» του που ακόμη λέγεται κοινωνία και σε κάθε μέλος της ξεχωριστά.
Στις περισσότερες μυθικές αφηγήσεις των εθνών υπάρχει η παραδοχή μιας ειδυλλιακής, όσο και λογικής- αν είναι λογική η Ειρήνη, η Υγεία, η Δικαιοσύνη- εποχής, άγνωστο πόσο μακράς χρονικά, κατά την οποία η Βία κάθε είδους και έκτασης ήταν άγνωστη στην ανθρώπινη στάση και πράξη. Αλλά κοντά σ’ εμάς και δυστυχώς περισσότερο έως και απολύτως αποδεκτή ως αληθής, είναι εκείνη η ιστορία του Ανθρώπου που είναι τυπωμένη στις συντριπτικά περισσότερες σελίδες της με αίμα, επάνω σε μια περγαμηνή φόβου· τρόμου· κτηνωδίας. Ποτέ άλλοτε η πηγή της απειλής και της βίας, ως εφαρμογή της, δεν είχαν τα χαρακτηριστικά  που έχει στις  μέρες μας, δηλαδή του έντεχνου, προμελετημένου αλλά κυρίως άυλου καθολικού και αόριστου συνολικά μέσου καταστολής και ποτέ άλλοτε η καταστολή δεν ήταν τόσο γυμνή, τόσο ανεξήγητη, τόσο «αυτή καθ’ εαυτήν», ταυτότητα μέσου και σκοπού ή/και μηνύματος. Άλλοτε, η καταστολή συνοδευόταν από δέσμες αιτιολογήσεων:
«η κοινωνική πρόοδος», «η ιστορική αναγκαιότητα» (της οποίας είναι «μαμή» ),ή, ακόμη, η ανατροπή μιας ιδεολογικής/θεσμικής κατάστασης χάριν μιας αντίπαλής της. Όλα αυτά, στηρίζονταν σε φιλοσοφία, κοινωνικές επιστήμες  ή, απλώς, σε κάποια επιχειρήματα που και στις χειρότερες περιπτώσεις στερούνταν ένα βαθμό και ένα λόγο ιστορικής πραγματικότητας, και όταν στερούνταν αλήθειας. Τώρα, αντίθετα, η Βία είναι  η πραγματικότητα. Πλανάται, ασκείται, δεν αιτιολογείται και ελάχιστα καταγγέλλεται ή ξενίζει. Κι εκείνο που επιδιώκει δεν είναι παρά η καθήλωση είτε στο σημείο (πρόσωπο/άτομο) είτε στο πεδίο (κοινωνία). Ακριβώς γι’ αυτόν της τον χαρακτήρα είναι πηγή έκλυσης φόβου πριν καν εφαρμοστεί, δίχως καν να διαφαίνεται η πιθανότητα να ασκηθεί σε μια ορισμένη ιστορική στιγμή. Η γνώση, δηλαδή, της βίας με τα χίλια πρόσωπα και τα πολλαπλά  αντικείμενα είναι με τη σειρά της μια μορφή βίας, μια πηγή φόβου. Το ίδιο συμβαίνει με τις πιθανότητες άσκησής της, ως προ-γνώση, με τις δυνατότητές της, και με το μόνο που οι μηχανισμοί εύρεσης- κατασκευής και εφαρμογής βίας, κρατούν μυστικό: τις άγνωστες μορφές βίας, τον αιφνιδιασμό, την έκταση και το είδος των «νέων» μορφών βίας.
Τα ίχνη της συνάρτησης Βία- Εξουσία σημάδεψαν την ανθρώπινη εμπειρία καταδηλωτικά, ως λόγος ψυχικά αφετηριακός, ως νοητικό, αντιλεκτικό φάντασμα- φαντασία, ως μυθική παράδοση: ο «ίδιος» ο θεός, ο Δίας, μετήλθε την Βία για να στήσει την εξουσία του. Αλληγορία που παραπέμπει στην ανθρώπινη βιωματική και την αφηγηματική μνήμη, επειδή η βία ως καταστολή δεν νοείται στα θεία, Κοσμικά έργα.
Όλη αυτή η πυραμίδα βίας, είναι το κύριο- και ως υπόστρωμα  θεμελιώδες και μοναδικό, μαζί με το ψέμα και τον εκμαυλισμό- μέσο επιβολής κάθε λογής αυταρχίας και απολυταρχίας.
Είναι λοιπόν το μέσο με το οποίο επιτυγχάνεται,  και μάλιστα εγκαθίσταται «από τα πριν», ως μόνιμη κατάσταση, συχνότατα ανεπαίσθητη, άγνωστη στη συνείδηση, ο φόβος: ό, τι καταστέλλει κάθε δράση,  κάθε διάθεση για δράση υπέρ της δικαιοσύνης, της ελευθερίας, και όποιας άλλης κοινωνικής ή προσωπικής- ατομικής Ιδέας που αρμόζει στην έννοια της Αρετής και του «ομολογουμένως τη φύσει ζην». Το «ομολογουμένως τη φύσει ζην»[2], αναφέρεται εδώ τόσο στην ιδιότητα του Ανθρώπου, δηλαδή την Ανθρωπιά ή Ανθρωπικότητα, όσο και στα θεμελιώδη γνωρίσματα της κοσμικής, φυσικής αρμονίας. Η αρμονία αυτή παράγει, παρουσιάζει και το υπόδειγμα του φυσικού Δικαίου, που ομολογείται επίσημα ότι είναι το ιδεώδες, προς το οποίο τείνει- ή οφείλει να τείνει- η ρύθμιση του ανθρώπινου Δικαίου.
Συνεπώς, η βία όχι μόνον είναι ανήθικη, αλλά και το προϊόν της, ο φόβος, παράγει, προκαλεί, και φθάνει  να ιδρύει τη βαθύτατη ανηθικότητα. Αυτήν, που γίνεται άμεσα ορατή ως ψυχικός ακρωτηριασμός, ως διανοητική συρρίκνωση, εκφραστική αμηχανία,  αφασία. Η εξωτερική εκδήλωση αυτής της βαθύτατης τρώσης του ανθρώπου είναι συνήθως η απάθεια, η αδιαφορία, ο ατομισμός. Όμως, επειδή ο άνθρωπος δεν γεννιέται, δεν γίνεται για να αδιαφορεί και να απέχει, αυτό που φαίνεται είναι ψευδές, είναι το προσωπείο του φόβου. Είναι το πρόσωπο του απομειωμένου, ψυχικά και διανοητικά, ανθρώπου. Που δεν είναι πλέον πρόσ-ωπο, κάτι που προσφέρεται στην όψη, στην ανάγνωση, στην αναγνώριση (θετική ή αρνητική) των άλλων προσώπων- μελών της κοινωνίας. Είναι απλώς άτομο, απλή αριθμητική μονάδα στο πλήθος του είδους του.
Πολλοί, διαφεύγουν από την μ’ αυτόν τον τρόπο εξωτερίκευση της απάθειας, προσφεύγοντας στο αντίθετο προσωπείο: αυτό του εξημμένου και «ασυμβίβαστου» προς οτιδήποτε θα μπορούσε να είναι και ήταν, άλλωστε, από τις απαρχές της συγκροτημένης ανθρωπότητας μέχρι μόλις χθες, η βασική και αρμονική του υγιούς ανθρώπου ροπή και ανάγκη. Αυτοί εδώ έχουν διάφορες παραλλαγές ύφους: Μια «περίπτωση», χυδαία καθ’ εαυτήν, αλλά εντυπωσιακά δραστήρια έως χθες είναι  οι συνωμοσιολόγοι κάθε είδους. Αυτοί οι απίθανοι φθάνουν να κατηγορούν τον ίδιο τον Γαλαξία- κάποιον Γαλαξία τέλος πάντων- ή τα έγκατα της Γης, ή τη Σελήνη, ή οτιδήποτε άλλο, ούτως ή άλλως και οπωσδήποτε, αντικειμενικά ανεξάρτητο και ασύλληπτο από την ανθρώπινη ύπαρξη, πράξη και σκέψη. Κατηγορούν τα πάντα, εκτός από εκείνα τα οποία μπορούν να αλλάξουν, να αναμορφωθούν ή να ανατραπούν, να ξεριζωθούν ως άκαρπα και σάπια κι επιβλαβή, ελευθερώνοντας το έδαφος για το υγιές, το ευεπίφορο στην ανθρώπινη ελπίδα, στα ανθρώπινα μέτρα, στην ανθρώπινη φύση.
Έτσι, αυτή η περίεργη φυλή αυτοανακηρύσσεται αμέτοχη στις ωδίνες της Ιστορίας που κυοφορεί ασφυκτιώντας την άνοιξη, το άνοιγμα στην αναγέννηση της ανθρωπιάς, κλείνοντας το μάτι με πολύξερη πονηριά αντί άλλης απαντήσεως στα ερωτήματα: «γιατί; τι; πως». Αλλά βέβαια, τίποτε δεν γνώριζαν ποτέ  εκτός από το ότι τη δική τους αναπηρία, τη δική τους δειλία, τη δική τους ανηθικότητα. Αυτήν  παρουσιάζουν σαν …. «απόκρυφη γνώση», αδιαφορώντας εκτός των άλλων και για το ότι έτσι διασπείρουν την παράνοια και την κάθε είδους μανιοκαταθλιπτική ψύχωση, το παραλήρημα, σ’ ένα πλήθος ανθρώπων ήδη αποκαμωμένων, από την απροκάλυπτη ή συγκεκαλυμμένη, συχνά με το προσωπείο της «ευφορίας»  διάχυτη βία του συστήματος.
Συνεπώς και κατάφορα, οι «γραφικοί» αυτοί, γίνονται συμπαραγωγοί στη βιομηχανία της βίας- και όχι μόνον της ψυχολογικής. Με κάποιον τρόπο, είναι ανάλογοι εκείνων των μασκοφόρων που με τεντωμένο δάχτυλο έδειχναν τους καταλληλότερους για εκτέλεση, δηλαδή τους πιο ακέραιους ηθικά ανθρώπους, στις δυνάμεις κατοχής.
Μόνο που αυτοί εδώ οι καταδότες δείχνουν τους μισούς ανθρώπους στους άλλους  μισούς ως….ύποπτους γενετικά. Αλλά τα δύο μισά δεν διαχωρίζονται· οποιοσδήποτε είναι «ύποπτος» στον οποιονδήποτε. Έτσι, δείχνουν τους πάντες στους πάντες.
Είναι περισσότερο από βέβαιο ότι αυτή η παράνοια- που κάποτε (πριν τη δεκαετία του ’80, αυτή την πύλη της μαζικής συνειδησιακής και ηθικής ανατίναξης)  ήταν για γέλια, αλλά μέχρι πρόσφατα είχε γίνει……κομμάτι της ζωής μας- ανέβλυσε και πλημμύρισε τον κόσμο σαν ένα στόμιο εκτόξευσης της προειρημένης βίας. Το ζητούμενο της βίας, το προϊόν της βίας, η παθητικότητα, ο άλογος φόβος, η καχυποψία, η επιβάρυνση του ψυχισμού με εκτροπικά και εντροπικά στοιχεία παρανοϊκού- ατομικιστικού τύπου, η θόλωση της συνειδησιακής καθαρότητας που υποδέχεται και αποδίδει καθαρές Ιδέες, διαχρονικό πολιτισμό, ο μερισμός και η διαίρεση του κοινωνικού οργανισμού παράγεται και από την πλευρά αυτών των ψευδεπίπλαστων «γενναίων» του τίποτε και του πουθενά.
Ευτυχώς, ο σκοπός ή, πάντως, το αποτέλεσμα αυτής της μηχανής είναι από τα πρώτα που μηδενίζονται όταν η κοινωνία αντιμετωπίζει ασφυκτικά πραγματικά ζητήματα. Ο λήθαργος, που είναι μια όψη, η φάση, της παράνοιας, σκορπίζει κάτω από την πίεση της ταραχής που χτυπάει τις πόρτες του καθενός, που ξυπνάει για να την αντιμετωπίσει. Το επόμενο βήμα της αφύπνισης είναι η ανάμνηση της ανθρωπιάς.
Το βλέπουμε αυτή τη στιγμή στη χώρα μας. Που πήγαν αλήθεια οι «ουφολόγοι» οι «σαυρολόγοι» και τα άλλα παράξενα ζώα και φυτά; Πάντως όχι εκεί που είναι πλέον όσοι τους άκουγαν «από καναπέδες, πολυθρόνες και σκαμπό» και αγόραζαν τα τυπωμένα βιβλία- ράκη της σκέψης,  που πωλούσαν. Αυτοί σηκώθηκαν τώρα από τους καναπέδες κ.λπ., ζητώντας και αρχίζοντας να πιστεύουν  «τον άλλο», τους άλλους. και, όλοι μαζί, απαιτώντας μαχόμενα το ξερίζωμα του σάπιου και νεκρού συστήματος, την απελευθέρωση της άνοιξης. Την άνθιση του προσώπου τους στα μάτια του διπλανού, που αρχίζει να μην  φοβάται πια να τον αγγίξει.
Είναι ό ένας κοντά στον άλλο, εδώ πάνω στη γη, κάτω από τον ουρανό και μιλούν τη γλώσσα των ανθρώπων, που ακούγεται πάλι κοσμημένη με τις ωραίες αναστάσιμες λέξεις: Ελευθερία, Δικαιοσύνη, Υγεία, Φύση, Αλληλεγγύη, Φιλία, Αγάπη, Σεβασμός, Αποδοχή. Λέξεις- πόθους που ξεκινούν να γιγαντώνονται και να απλώνονται, μαζί με την ψυχή των ανθρώπων, στο Σύμπαν- που μόνο έτσι μπορούμε ίσως να συνομιλήσουμε μαζί του. Κι έτσι τελειώνει κανείς με τα ιζηματογενή αυτά ανθρωπάρια.
Αλλά κάπου στις ίλιγγες του βόρβορου, τις πιο σκοτεινές ακόμα, σαλεύουν οι μάσκες των ακόμη πιο άγριων προσωπείων. Κρύβουν τα νεκρά, τα ήδη αποσυντεθειμένα από κάθε λογής φόβο πρόσωπα των ρατσιστών, των φασιστών. Αυτοί είναι οι απολύτως εξουθενωμένοι, οι απολύτως άψυχοι, οι ανήθικοι απολύτως καρποί του φόβου.
Ο τρόπος τους να ξεγελούν είναι να δοξάζουν και να σπέρνουν τον φόβο με την ωμή, φανερή, κραυγαλέα βία. Είναι οι δαρμένοι που δέρνουν, που έχουν λατρέψει τη βία που τους εκμηδένισε, επαναλαμβάνοντάς την τυφλά. Το ιστορικό τους θα πρέπει να περιλαμβάνει κατά κανόνα οικογενειακή βαναυσότητα και κοινωνική απόρριψη. Ερωτική στειρότητα. Στέρηση βιοτική και παιδευτική. Αλλά αυτά δεν αποτελούν σε τελευταία ανάλυση κι έσχατο επεξηγητικό λόγο, ούτε λόγο απαλλαγής τους. Πολλοί, πάρα πολλοί άνθρωποι έχουν βαθειές πληγές από πολλές πλευρές. Και πάντως, όλοι ανεξαιρέτως, έχουμε κάποιες πληγές, ικανές να πυορροήσουν μίσος και έχθρα για όλους τους άλλους, εκτός από όσους μας μοιάζουν. Ποιοι μοιάζουν στους ρατσιστές; Οι ρατσιστές. Σαν θύτες προς τους αδύνατους, με τον ψυχισμό παιδιών- θυμάτων που βασανίζουν πουλιά και πεταλούδες.
Αλλά, στη άλλη μεριά του καθρέφτη, στην ανάποδη του προσώπου του, ο περιθωριακός,  ρατσιστής ( που εκτρέφεται  και από υποτελή πολιτικά σχήματα) βλέπει και καλεί απεγνωσμένα τον δικό του θύτη: τον ισχυρό ρατσιστή, τον ρατσιστή- Κράτος, τον ρατσιστή αφέντη. Ξέρει πως αυτός, ένας «ρατσιστής του δρόμου» δεν μπορεί να γίνει ποτέ τίποτε περισσότερο από δούλος του ισχυρού ρατσιστή. Ο «ρατσιστής του δρόμου» δεν μπορεί να είναι μήτε σωστός ρατσιστής, γιατί, αν και έτσι δείχνει- όπως μπορεί, δηλαδή χυδαιότατα-, δεν μπορεί να είναι πραγματικά αλαζόνας. Δεν μπορεί να αισθάνεται «ανώτερος». Αυτή η λέξη, τυπικός  ρατσιστικός ισχυρισμός, μένει πάντοτε, σε κάθε επίπεδο, αίολη και αποστερημένη νοήματος, δίχως κανένα θεωρητικά αξιόπιστο υποστήριγμα). Ο ρατσιστής του δρόμου, και ίσως και ο ισχυρός ρατσιστής, είναι παραμορφώσεις αφανισμένων από συμπλέγματα κατωτερότητας ψυχών, ατομικών, ή, στην άλλη  περίπτωση, εξ αρχής και κυρίως, συλλογικών Ψυχών, που σε πολύ πιο επικίνδυνο βαθμό από ό, τι στον μέσο άνθρωπό, ο φόβος έχει ιδρύσει την απολυταρχία του. Κι ο ισχυρός ρατσιστής, που διεκδικεί και συχνά κερδίζει ένα Κράτος (ο Ναζισμός και ο Φασισμός είναι αδιανόητα δίχως τον ρατσισμό ως προεξάρχοντα παράγοντα), αποβλέποντας βέβαια πάντοτε στην ιμπεριαλιστική του επέκταση, όμοια με τις κακοήθεις νεοπλασίες, προβάλλει, φανερώνει, τερατώδεις συλλογικούς αρχετύπους, που μη έχοντας καμία ελπίδα να γοητεύσουν, να κερδίσουν το θαυμασμό και τη φιλία των πολιτισμένων ανθρώπων, στρέφονται στο σχηματισμό συμπαγών κρατικών- ιμπεριαλιστικών μηχανών, κρατών- μηχανών βίας και φόβου, ώστε να κατακτήσουν μ’ αυτόν τον τρόπο όσους τους απορρίπτουν ψυχικά, ηθικά, αισθητικά. Άλλωστε η κατάκτηση αποβλέπει όχι μόνον στον υλικό έλεγχο και, πάντως, όχι μόνον στον οικονομικό έλεγχο των άλλων λαών. Αποβλέπει κυρίως και πρωτίστως στην αλλοίωση, την αλλοτρίωση και τον αφανισμό της πολιτισμικής ιδιαιτερότητας. Θέλει την κατάποση όλων των άλλων στα δικά του πρότυπα και επινοήματα.
Έτσι θα εξασφαλίσει το απαραίτητο κενό το οποίο φιλοδοξεί- έχει ανάγκη, μάλλον-, να αναπληρώσει με τα δικά του περιφρονημένα- όπως το βλέπει ο ίδιος ο ρατσιστής- πρότυπα· με λίγα λόγια, ο ρατσισμός και, φυσικά, ό, τι τον περιέχει, είναι, σε μικροκλίμακα ή μακροκλίμακα ιδωμένος, παράγωγο και καρπός ενός ζοφερού φαντασιακού νέφους. Όπως ακριβώς και παρουσιάζεται δημόσια: το μισό του πρόσωπο είναι κάτι δημαγωγικές γελοιότητες περί ανωτέρων φυλών. Αλλά στη φύση ο κανόνας είναι ο μεταμφοτερισμός των αντιθέτων. Δεν υπάρχει  εκεί ανώτερο ή κατώτερο. Οτιδήποτε μπορεί να βελτιωθεί, ή να εξαφανιστεί, ή να μεταλλαχθεί, με τους όρους της ισορροπίας, της υγείας, της αντοχής, αλλά τίποτε δεν μπορεί να αξιολογηθεί ως ανώτερο ή κατώτερο.
Και το ανθρώπινο είδος, παρά τη σχετικά πρόσφατα ανοιχτή, απερίφραστη και θεωρητικοποιημένη αντιπαλότητά του προς τη Φύση, είναι φυσικό. Εάν πάψει να είναι, άλλωστε, ύστερα από πολλές προσπάθειες που το ίδιο καταβάλλει γι’ αυτό, τότε θα είναι κάτι άλλο. Ως εδώ, πάντως, και για το ορατό μέλλον, είναι, ως υποδομή τουλάχιστον, ως ουσία και θέση, μέλος της φύσης. Συνεπώς, εμπίπτει στον θεμελιώδη κανόνα της Ισότητας, που διέπει ριζικά τη Φύση. Επί πλέον, οι φυλετικές θεωρίες που αναφέρονται στην παραπάνω αυθαίρετη, παραληρηματική προσπάθεια αξιολόγησης, είναι σαθρές από τη μήτρα τους. Οι Άριοι, επί παραδείγματι, δεν έχουν καμμία ιστορική σχέση με τους Γερμανούς. Αυτή η φυλή- ή αυτός ο λαός- αναπτύχθηκε στα υψίπεδα του Ιράν· δεν είναι άλλοι από τους Πέρσες. Ήσαν πάντοτε πολεμικοί και κατακτητικοί. Είναι αυτοί που επέλασαν και κατέβαλαν τους Δραβίδες της Ινδίας, ιδρύοντας την «ανώτερη» κάστα των Αρίων, ακριβώς.
Οι ειρηνικοί, γεωργικοί Δραβίδες, τοποθετήθηκαν στο βυθό της κοινωνίας. Για τις Άριες κάστες, είναι μίασμα και το τυχαίο άγγιγμα ενός Δραβίδη, ενός «άθικτου», όπως τους ονόμασαν υβριστικά. Ίσως αυτή η …..πρωτόγονης θα λέγαμε έμπνευσης κατάταξη των ανθρώπων- που δεν έμεινε σ’ αυτούς, αλλά  αναπαράγεται σε μια στρεβλή κλίμακα παντού, στα πάντα, είδη, στοιχεία και σύνολα, να απετέλεσε και την πηγή της εμπνεύσεως των φυλετικών επινοημάτων. Εν πάση περιπτώσει, πρόκειται για μια εντελώς διάτρητη στη ρίζα της κατασκευή.
Αλλά ακόμη, από την ίδια τη θεωρία των «ανώτερων» Τευτόνων- «Αρίων» ή «Αρείων», οδηγούμαστε στον Ινδοευρωπαϊσμό, στον γλωσσολογικό της κλάδο, τον Ιαπετισμό. Αλλά ο Ιαπετισμός οδηγεί στον Εβραϊσμό. Και, ως γνωστόν κατά τον χείριστο τρόπο, οι Εβραίοι είναι «όχι άνθρωποι» για τους «Αρίους». Ώστε, και από αυτό το σύμπτωμα, ενδεικνύεται ότι μέσα και πίσω στον, και από τον, φυλετικό βερμπαλισμό, είναι ένας πολύπλοκος βυθιαίος υπόνομος συμπλεγμάτων. Η επιφάνεια του πολυδαίδαλου αυτού σύμπλοκου είναι το Οιδιπόδειο Σύμπλεγμα, που ο φασισμός και- ιδίως στον τομέα αυτόν  ο ναζισμός-αφυπνίζει και καλλιεργεί στις μάζες, πέρα από κάθε λογική[3].
Η άλλη όψη των ισχυρών ρατσιστικών κρατών είναι η οικονομίστικη και τεχνοκρατική φράση και πράξη που καθορίζει τόσο την προσωπική ζωή και συμπεριφορά των λαών αυτών των καθεστώτων, όσο βέβαια και την τυπικά και απαρέγκλιτα ιμπεριαλιστική πολιτική και συνολική πρακτική αυτών των κρατών, με όποιο τρόπο: ανοιχτά πολεμικό, απ’ ευθείας επιθετικό- κατακτητικό ή με «δι΄ εσωτερικών αντιπροσώπων» αιματοβαμμένα δικτατορικά μορφώματα, ή με πόλεμο χρηματοοικονομικό.
Τη δεύτερη αυτή μορφή πολέμου, που συμπεριλαμβάνει ξένους και ντόπιους συνδιαχειριστές- συντελεστές της πολύπλευρης επίθεσης και εξουθένωσης με αιχμή το χρήμα, βιώνει τώρα απ’ ευθείας η ίδια η Ευρώπη, με πρώτη, βαθύτατα στοχοποιημένη προς πλήρη εξαφάνιση, ίσως, την Ελλάδα.
Και από τον πόλεμο αυτόν δεν λείπει ούτε ο θάνατος, ούτε ο, πριν και γύρω από τον θάνατο, φόβος, ως υπόβαθρο και πρώτο ωστικό αίτιό του.
Το μάθαμε πια πολύ καλά στη χώρα μας: οι χιλιάδες των αυτοχείρων τα τρία τελευταία χρόνια ήσαν μόνον φυσικοί αυτουργοί του θανάτου τους. Ηθικοί αυτουργοί- και έμμεσοι φυσικοί αυτουργοί- ήσαν και είναι αυτοί που κραυγάζουν εναντίον τους, ή τους θυροκολλούσαν, μυριάδες απειλές κατά της ζωής, της υγείας, της σωματικής ακεραιότητας,
της αξιοπρέπειας, της τιμής, του δικαιώματος στην εργασία και την εύλογη αμοιβή της, και γενικώς κατά όλων των άλλων δικαιωμάτων τους, «όσων ο νόμος ή το Σύνταγμα προβλέπει» ως δικαιώματα του προσώπου ακόμη και στο πλαίσιο της αστικής- χρηματιστικής- καπιταλιστικής κ.τ.ό. δημοκρατίας. Κατά, τέλος, της ίδιας της ελευθερίας, ακεραιότητας και ανεξαρτησίας της χώρας τους. Ήσαν και είναι αυτοί που, με ασύστολες απάτες, απειλές, ίντριγκες, συκοφαντίες, παρασιωπήσεις, σκηνοθεσίες και υπεξαιρέσεις της ζοφερής αλήθειας, έφθασαν ν’ αρπάξουν την πολιτική εξουσία, τις ζωές των προσώπων και την υπόσταση της χώρας, αλλεπάλληλες  φορές προσφάτως, ενώ είχαν διατρήσει  τα πάντα με κάθε λογής  ανομία , κι αυτές τις συνειδήσεις τις είχαν ήδη παγώσει με το τεχνητό, αλλά οριακά προπαγανδισμένο πνεύμα της δυσπιστίας, της σύγχυσης, της απορίας. Έτσι κέρδισαν τις εκλογές, ενώ η χώρα ήταν ήδη, πριν από τις πρώτες «Μνημονιακές» μέρες στον κολοφώνα του θανάτου και του φόβου που οι ίδιοι είχαν ήδη σπείρει· και που εξακολουθούν να σπέρνουν βαθύτερα, αναιδέστερα, πλατύτερα.
Και στην οικονομική ή άλλη, όχι απαραίτητα άμεσα και τυπικά ένοπλη πολεμική επίθεση, κάθε ειρηνικό πρόσχημα ακυρώνεται ως τέτοιο (ως φαινόμενος χαρακτήρας) όταν οι συνέπειες του είναι ο γενικός φόβος και ο σωρευτικός θάνατος πλήθους ανθρώπων και μάλιστα σε  διάστημα «μακρού και αορίστου χρόνου». Μετατρέπεται, ουσιαστικά και  αμετάκλητα σε έγκλημα πολέμου- εφόσον δεν δίνεται στον «αντίπαλο» (που εδώ φέρεται ως «οφειλέτης χρημάτων») η δυνατότητα να αμυνθεί, και όπου υπάρχει ως νομική πρόβλεψη, αφαιρείται είτε άμεσα και βάναυσα είτε με «πράξεις νομοθετικού περιεχομένου» καθώς ο πόλεμος αυτός  είναι όχι μόνον ακήρυχτος, αλλά και ψευδώνυμος. Και η ψευδωνυμία του («νόμιμες απαιτήσεις δανειστών» κ.τ.ό.), όχι μόνον δεν δίνει την δυνατότητα, αλλά απαγορεύει στον «οφειλέτη- εχθρό» να αμυνθεί. Κάτι παραπάνω και καθοριστικό: Υπαγορεύει στον «οφειλέτη- εχθρό» να παραδεχθεί μια βαθειά, θανάσιμη ενοχή, μια σειρά αναπόφαντων αποριών, συνειδησιακών- αποφασιστικών και εκφραστικών κενών που οδηγούν στην κατάρρευση, με συνέπεια την οικειοθελή παράδοσή του στους δολοφόνους του, μαζί με την μετά συντριβής ικεσία του για συγγνώμη, και τέλος, την αυτοτιμωρία του δια της εσχάτης των ποινών.
Ποια λογική, όσο στυγνή θα μπορούσε να είναι αν ήταν πράγματι συναλλακτική και μόνον η «διαφορά» των αντιπάλων μερών, υπάρχει λοιπόν στις «οικονομικές απαιτήσεις» των δηλωμένα ή όχι φασιστών, και των ενεργούμενών τους; Ασφαλώς η ημέρα της έναρξης της καταιγίδας ήταν η μέρα που το, σαν έτοιμο από καιρό, σκηνικό των μνημονίων, των δανειακών  συμβάσεων, του Δ.Ν.Τ. των απρόσωπων αγορών με τα χίλια πρόσωπα (ληστρικά Funds, διεθνή τραπεζικά Groups των ευφάνταστων χρηματοπιστωτικών προϊόντων- C.D.S. κ.λπ.) στήθηκε στο προσκήνιο μιας  τραγωδίας δίχως προηγούμενο. Αλλά στη σκηνή μέσα σ’ αυτό το σκηνικό τεντώνεται και ορθώνεται το παλιό γνωστό φίδι σπάζοντας το αυγό του ή ίσως και ο κακός λύκος Ραγκεντογκ.
Όλος ο φασισμός, ναζισμός, ρατσισμός, σε όποια κλίμακα ή μορφή κι αν εκδηλώνεται, είναι σε λόγο και έργο παράλογος. Ακραία παράλογος. Επειδή το ψέμα είναι παράλογο. Επινόημα, φαντασίωση, πράξη πληγωμένου, χολωμένου παιδιού που κρεουργεί ότι είναι του χεριού του, αντί για τον πατέρα που δεν είναι και επειδή «το παιδί» έχει απέναντί του φόβο και ενοχή.
Γι’ αυτό και το μόνο του έρεισμα, σε κάθε στιγμή και φάση της ανάπτυξής του, είναι ο φόβος, η βία, ο θάνατος. Έτσι ακριβώς λειτουργεί κάθε συμπλεγματικός: συγκαλύπτοντας το αίσθημα μειονεξίας του, με την αλαζονεία του θύτη και τη δουλικότητα του εθελούσιου υπηρέτη των ισχυρότερων του είδους του. Δηλαδή, του εθελούσιου θύματος που, ταυτόχρονα, και για ν’ αποφορτίσει και το μίσος και την ανασφάλεια που πραγματικά αλλά ανεπαίσθητα ή απωθημένα του εμπνέουν αυτοί, γίνεται, είναι, θύτης των αδυνάμων, μετατρέποντας την αλήθεια σε ψέμα, κιβδηλοποιός «πραγματικοτήτων» δίχως έδαφος, φαλκιδευτής των πραγμάτων, παραχαράκτης αξιών. Βουλιμικός συσσωρευτής αναλώσιμων, υποκατάστατων της ερωτικής του πείνας (ερωτικής, όχι σεξουαλικής) ή ανικανότητας, της αισθητικής του αναισθησίας, της όλης ψυχικής του ένδειας και της φοβικής καταληψίας. Βέβαια όλα τούτα είναι ερανισμοί των «απορριμμάτων επιφανείας» αυτού του οχετού που έχει ήδη καταπιεί/ κατακλύσει τον ψυχικό και διανοητικό τόπο των φορέων του φασισμού- ναζισμού- ρατσισμού.
Μένει ένας βορβορώδης τόπος συσσωρεύσεως  ψυχικών μορφών της τάξεως του στοιχειώδους και παρασιτικού- αμοιβαδικού, απλώς ανακλαστικού είδους, και της κατηγορίας του απωθημένου. Και με κάποιον τρόπο και πολλή «δουλειά», η ψυχική δομή αναστράφηκε, ανατράπηκε: η βάση των ακατέργαστων- άλογων ορμεμφύτων και των μη νοηματοδοτημένων ή χονδροειδώς ανασημασμένων- παρασημασμένων αρχετύπων, εγκαταστάθηκε στη θέση της κορυφής, του Λόγου, της Νόησης, του Συναισθήματος.
Έτσι, και ο έκδηλος φασισμός- ναζισμός- ρατσισμός, σε όποιο επίπεδο και σε όποιον τόπο ενδημίας του ή τρόπο συμπεριφοράς του ανθρώπου κι αν φανερώνεται, δεν είναι η μοναδική του μορφή. Υφίσταται μια σωρεία άλλων που εμφωλεύουν στο ήθος και το έθος μας. Οι έκδηλες μορφές που (ευτυχώς) αναγνωρίζονται, με κάποιους τρόπους, μπορούν να αντιμετωπιστούν άμεσα. Αλλά είναι, πλέον, ανάγκης καιρός να ανιχνευθούν και οι άλλες. Κάποιες, τουλάχιστον, που παρουσιάζονται ίσως με ανώδυνα προσωπεία. Πολύ περισσότερο χρειάζεται να κατονομασθούν, σαν ένα πρώτο βήμα στην αναγνώρισή τους, ώστε, αν υπάρχει καιρός γι’ αυτό, να προχωρήσει η διαδικασία αναστροφής τους. Εδώ δεν μπορεί να γίνει παρά μόνον η απλή μνεία της ονοματικής φαινομενικότητάς τους: Απάθεια και (νέο) σνομπισμός.
Εν ολίγοις, η απάθεια είναι ισοδύναμο και έκφραση της αδράνειας: πολιτικής, κοινωνικής, πολιτισμικής, συνεπώς και προσωπικής- όχι απλώς ατομικής. Υπήρξε για την (πριν την μνημονιακή τριετία) τριακονταετία της ροζ τσικλόφουσκας, συνοπτικά, που κατέληξε σιδηρούν προσωπείο για το λαό μας· η μαλθακότατη μορφή ιδιωτείας, που καλλιέργησε, πέτυχε, έκανε ευτυχισμένο το κράτος φαυλότητας που διοικούσε- μ’ αυτό ή μ’ εκείνο το «ισχυρό κόμμα», αδιάφορο- τη χώρα.
Η ιδιωτεία, σημειώνεται, εξισωνόταν, στις γνήσιες άμεσες δημοκρατίες, εκείνες τις αρχαίες, με την ενεργητική αδικοπραγία· ήταν έγκλημα κατά της Πόλεως και του Δήμου[4].
Όσο για τον «νεοσνομπισμό» εγκαταστάθηκε ως πάνδημο υφολογικό πρόσημο των προηγουμένων απαθών, ως προσωπείο του χαμένου προσώπου, της χαμένης διαφοράς, της χαμένης κουλτούρας, του ναρκισσισμού ως τόπου τυφλού, μηδενικού σε όλους τους αναβαθμούς της δημιουργικής κλίμακας.
Επισημαίνεται ιδιαιτέρως εκείνος ο αναβαθμός της ταξικής- λαϊκής κουλτούρας που κυριολεκτικά θρυμματίστηκε, θάφτηκε κάτω από τύμβους «πνευματικών» βδελυγμάτων και ο τάφος του σφραγίστηκε ακριβώς με το ύφος- μαϊμού των «παραδοσιακών σνομπ». Το δανεικό αυτό ύφος σχεδόν αφάνισε τις λαϊκές τάξεις συμπεριφορικά, ηθικά, εθιμικά και ψυχολογικά.
Η βυθοσκόπηση του ψυχισμού των απαθών, παράλληλα με την υφολογική ερμηνευτική των νέο-σνομπ μπορεί να αποκαλύψει μια ατελείωτη και πολυώνυμη περιοχή της ανθρώπινης ιστορίας και φύσης.
Άμεσα σημειώνονται τα εξής:
Πρώτο, ότι η ομοιομορφία που εξαπλώθηκε και με τις μορφές υπερτονισμένων εμφανισιακών διαφοροποιήσεων, η ομοιομορφία του “look” έναντι ή απέναντι του Είναι, της ουσίας, δηλαδή, είναι βάση και κορυφή και πηγή φασισμού είτε το γνωρίζει είτε όχι ο φορέας του.
Δεύτερο, η απάθεια των «καλών καιρών» είναι εθιστική ως στάση και κατάσταση. Στους «κακούς καιρούς» μεταστρέφεται σε αμηχανία, αφασία, αδυναμία πρόσληψης και εξηγητικής εξεργασίας των συμβαινόντων. Είναι, με λίγα λόγια, πολύ δύσκολο να μετατραπεί το ψυχονοητικό “cool” (χλιαρό/ ψυχρό) σε θερμό τόσο, ώστε να ενεργοποιήσει τα κριτικά αντανακλαστικά και τις αναδραστικές αντιδράσεις αποτελεσματικά και με διάρκεια. Μπορεί να παρατηρηθούν εκρηκτικές- άκριτες υπερθερμάνσεις που πολύ γρήγορα παγώνουν στα κύματα του τρόμου, αναλίσκοντας και τη δυναμική μας.
Και φυσικά, ακολουθεί η επιστροφή στο χλιαρό, που τώρα, σ’ αυτές τις συνθήκες, μπορεί να αποδειχθεί ολέθριο για το καθένα και για όλους.
Είναι γενικός νόμος της φύσης, αλλά και όλων των λειτουργιών, ότι για να γίνει και να διατηρηθεί θερμό ένα ψυχρό σύστημα, ένα σύνολο συναφειών, θα πρέπει να αντλεί την αναγκαία ενέργεια από κάποιο άλλο σύστημα θερμότερο από αυτό. Εφόσον λοιπόν ένα ιδιαιτέρως υπολογίσιμο μέγεθος του λαού έχει παγώσει είτε από την συνεχή υποβολή του στο πρόσωπο «cool» είτε και από την εφαρμογή διαφόρων συνταγών της Κυβερνητικής Ψυχολογικού Πολέμου, όπως το «σοκ και δέος» (και αυτά τα δύο δεν διαχωρίζονται αλλά το δεύτερο προετοιμάζεται από το πρώτο) θα πρέπει το σύστημα –ή σώμα- «ηγετικός φορέας» να διαθέτει το αναγκαίο φορτίο ενέργειας και την ικανότητα να αλληλεπιδρά με το σύστημα (ή σώμα) «λαός» - που είναι το περιβάλλον του, σε συνεχή και κανονικό ρυθμό, αμοιβαία μετοχέτευση δύναμης κινητικής – «θερμικής» - ώστε να επιτευχθεί η αναγκαία ισορροπία μεταξύ τους που θα προωθήσει και την μελλοντική πρόοδο της αλληλεπίδρασης τους και του έργου «Ένας Καλύτερος Κόσμος».
Είναι εξαιρετικά δύσκολο πάντως να αφυπνιστούν οι «κοιμισμένοι» και να παραμείνουν ξύπνιοι. Θα πρέπει να καταβληθεί έντιμη και συνεχής προσπάθεια προς αυτό δεδομένου και ότι «έξις δευτέρα φύσις».
Μαρία Ιωαν. Σίδερη*
*Η Μαρία Σίδερη, είναι νομικός, συγγραφέας, μεταφράστρια αρχαίων κειμένων.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.