Πέμπτη, 29 Ιανουαρίου 2015

Η ΜΥΗΣΙΣ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΤΟΥ ΗΡΩΟΣ


http://news247.gr/eidiseis/article1560504.ece/BINARY/w460/mko03012012.jpgΜπορούμε να θεωρήσουμε ως απολύτως πραγματική την τάσι των ανθρώπων και, ίσως, όχι μόνον αυτών μεταξύ των εμβίων όντων, προς υπέρβασιν των δυνάμεων εκείνων που απαιτούνται για την απλή επιβίωσί τους. Υπάρχει, όπως φαίνεται και από ωρισμένες καταπληκτικές περιπτώσεις, μια «αχθοφόρος ορμή» μέσα στον καθένα που έχει κάτι να υπερασπίση χωρίς ενδοιασμούς. Αυτό προϋποθέτει πίστι σε σταθερές αξίες ή (και) φαντασιακή, υποκειμενική εμπλοκή σε βάθος, που το αντικείμενο (υλώδες ή νοητό) της προστατευτικότητός μας σημαίνει ή προκαλεί. Έτσι, μπορούν να παρατηρηθούν εξαιρετικοί και συνεχόμενοι τρόποι ζωής, προς την προώθησι ενός ιδανικού ζητήματος, είτε ανάλογες στιγμιαίες συμπεριφορές ανακλαστικές αντιδράσεις-επεμβάσεις σε αιφνίδια εξωτερικά γεγονότα, που συνήθως απειλούν πρόσωπα ή πράγματα που κάποιος έχει προσλάβει στην ηθική του σφαίρα ως αγαθά.
Στην περίπτωσι που παρουσιάζεται μια διαρκής και σταθερή, πάνω από το κοινό μέτρο συμπεριφορά εκ μέρους κάποιων ανθρώπων, οι πιθανότητες να χαρακτηρισθούν αυτοί ήρωες, είναι πάρα πολλές. Στην περίπτωσι πάλι που κάποιος αντιδρά ανακλαστικά ή για περιωρισμένο χρόνο σε έναν εξωτερικό κίνδυνο ή απειλή προς το ηθικώ νομιζόμενο αγαθό, υπερβαίνοντας τα συνήθη όρια δυνάμεως-αποτελέσματος, τότε γίνεται λόγος για ηρωϊκή συμπεριφορά. Αυτές είναι οι δύο κύριες μορφές με τις οποίες εκδηλώνεται το, κατά την άποψη πολλών, ενυπάρχον στην πλειονότητα των ανθρώπων ηρωϊκό στοιχείο.
Η λέξις ήρως, παρήχθη μέσα από την εληνική ομώνυμο παράδοσι, ως ουσιαστικό και, ως τέτοιο, μπορεί να έλκει ή να αποδίδη πολλά κατηγορήματα, αλλά αρκείται και στην
ίδια του την ουσία. Οι συνειρμί που προκαλούνται από την συγκεκριμένη λέξι είναι εξαιρετικά δυναμικοί και ικανοί να κινητοποιήσουν την ανθρώπινη δημιουργική ροπή προς το άριστον, κάτι που άλλωστε είναι και μια από τις πρώτες, και σχεδόν συνώνυμες του κατηγορίες εκδηλώσεως του ηρωϊκού οντολογικού τύπου. Πράγματι, εάν κάποιες αξιακές έως και μορφολογικές σταθεές μπορούν να λειτουργούν ως δυναμικά κέντρα ενεργοποιήσεως τόσο των ατόμων όσο και του κοινωνικού συνόλου, μία από αυτές είναι και ο τύπος και ο τρόπος του ήρωος. Επειδή δε, κάποτε πρέπει να συνειδητοποιήσωμε ότι το σταθερό δεν σημαίνει καθόλου και «απολίθωμα», αλλά αντίθετα είναι απαραίτητο συστατικό κάθε προόδου, ο ήρως τοποθετείται αφ’ ενός ως στοιχείο μοχλός στην όλη κινητήρια δύναμι της ιστορικής εξελίξεως και αφ’ ετέρου ως δραστικό συστατικό του διαπλαστικού της κοινωνικής μορφολογίας συστήματος σε κάθε χώρα, που λέγεται παράδοσις. Και εδώ σημειώνεται επίσης, ότι η παράδοσις, επειδή ακριβώς συμμετέχει και σαν προηγούμενο και σαν παράγωγο στην όλη ανθρώπινη περιπέτεια, καμμία σχέσι δεν έχει με το «φολκλόρ», με την στατική δηλαδή και ωραιοποιημένη καταγραφή μεμονωμένων εξωτερικών επιφαινομένων ενός πολιτισμού. Η παράδοσις, είναι και μέσα από την μορφή θεωρουμένη, ένα σύστημα ευπροσαρμόστων και, μάλιστα, γενεσιουργών του κοινού, σταθερών αξιών, που κινούνται περισσότερο στην σφαίρα του νοητικού και του συνειδητού, του αποδεκτού και πρωτοτύπου, παρά στην εξωτερική εικόνα. Στα πλαίσια της παραδόσεως, υπάρχει μία σειρά εθών και αρχετυπικών πεποιθήσεων, που εξωθούν την ανάγκη του ανθρώπου για την υπέρβασι των κοινών μέτρων στην ικανοποίησί της. Η κλίμας βεβαίως των παραπάνω όρων αυξομειώνεται αναλόγως του συνολικού πολιτισμικού χαρακτήρος εκάστου Έθνους. Η διαδικασία αυτής της ικανο-ποιήσεως, τώρα, έχει περιεχόμενο και αποτέλεσμα –ή, στην περίπτωσι της στιγμιαίας ηρωικής συμπεριφοράς μόνο το δεύτερο, -«μυητικό». Κατά τον τρόπο που αντιστέκεται στις αναλυτικές δυνατότητες, διαπιστώνεται, ή εκλαμβάνεται ως a priori δεδομένο, ότι ύστερα από μια μυητική, υπερβατική-εκστατική εμπειρία, ο μετέχων εξέρχεται σοφώτερος.
Οι παραδοσιακοί μυητικοί τρόποι απαιτούσαν και προϋπέθεταν την συμμετοχή από μυστήριο, στην διαδικασία μυήσεως, έστω και εξωτερικά, ως περιβάλλοντος όρου, ενός κοινωνικού συνόλου – ενός συγκροτημένου κοινοτικού συστήματος. Μάλιστα, ως ένα ιστορικό σημείο, η μυστηριακή διαδικασία με ωρισμένο τυπικό, ήταν προϋπόθεσις για την εισαγωγή κάποιου στον κοινωνικό οργανισμό ή για την τυπική επικύρωσι ενός αντικειμενικού γεγονότος – π.χ. της ενηλικιώσεως-, ή για την απόκτησι μιας ιδιότητος κοινού ενδιαφέροντος –πολεμική, ιατρική αρχηγική κτλ.
Στις ημέρες μας δεν είναι δυνατόν να αναφερώμεθα στον όρο «συγκροτημένη κοινωνία». Το άτυπον του κυριάρχου πολιτικού, κοινωνικού, πολιτισμικού κατεστημένου (και άτυπον είναι ακριβώς ότι στερείται σταθερών και συνεχών δομικών στοιχείων, που να έχουν καταστή αποδεκτά στην συλλογική συνείδησι και να μην είναι ανατρέψιμα) έχει συμπαρασύρει και τις μυητικές εκφράσεις της κοινωνικής λειτουργίας. Παραλλήλως, προσπαθεί παντοιοτρόπως να «καταργήση» το ηρωϊκό «κύτταρο», ενθαρρύνοντας τις καθιζήσεις της προσωπικότητος και χλευάζοντας τις εξάρσεις. Τα ίδια δε τα ηρωϊκά πρότυπα, όσα ή ιστορία παραδίδει, καταλήγουν ακριβώς κακές φολκλορικές αναπαραστάσεις, οριστικά παρωχημένου, δήθεν, νοήματος, στην καλύτερη περίπτωσι. Έχοντας λοιπόν αφ’ ενός ως δεδομένα την συρρίκνωσιν της παραδόσεως και των μυητικών κοινωνικών σταδίων ή δρωμένων, αφ’ ετέρου την ζωτικότητα της ηρωϊκής ορμής και της μυητικής ανάγκης, καταλήγομε να έχωμε μια ιδιάζουσε έξαρσι της μυστικοπαθείας και του επιθετικού ατομισμού ως παραμορφώσεις αυτών των ισχυρών ιστορικών εγγραφών, καθώς απωθούνται βίαια στην σφαίρα του «περιττού».

Η μυστικοπάθεια, έχει, με τη σειρά της, παραγάγει μια πλησμονή αυθαιρέτων λόγων, ανυποστάτων εικασιών, ως προς το ζήτημα των αρχαίων μυστηρίων και τα επόμενά τους, την διαδικασία δηλαδή και το περιεχόμενό τους. Αυτό συμβαίνει στον μέγιστο βαθμό στη χώρα μας, όπου τα ιερατικά μάλλον μυστήρια φέρονται να είχαν, και πιθανώτατα, όντως είχαν, ένα ιδιαιτέρως σημαντικό γνωστικό και συνειδησιακό περιεχόμενο-αποτέλεσμα.
Η ετυμολογία των λέξεων «μυστήριον», «μύησις» και των παραγώγων τους, ελάχιστα βοηθά, εμάς τουλάχιστον, τους ανθρώπου του αιώνος μας, να κατανοήσωμε, το πραγματικό και νοηματικό τους σημαινόμενο, αν και , ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο, πολλοί προσφεύγουν σ’ αυτήν, την ακατάληπτο ουσιαστικά ετυμολογία, για να προβάλουν του προσωπικούς τους ισχυρισμούς. Ισχυρισμούς, που πάρα πολύ συχνά δεν υπερβαίνουν τον χώρο της φιλαυτίας, συγκαλύπτοντας μάλιστα και έναν ιδιάζοντα και πάντως «εκτός πραγματικότητος» ούτως ή άλλως, κοινωνικό ρατσισμό. 


Μπορούμε, πάντως, όχι από το ετιμόν του, αλλά από τα σωζόμενα κατηγορήματά του, να ορίσουμε το μυστήριο ως μιαν αυθεντική και αντικειμενική αλήθεια, η οποία ευρίσκεται μεν στον χώρο της κρυπτότητος, του «μυστικού», αλλά σε κατάστασι ενεργού αναμονής των αιτίων που θα κινητοποιήσουν την διαδικασία εμφάνισεώς της και, επομένως, την απόδοσί της στην γνωστική σφαίρα του ή των συμμετεχόντων υποκειμένων και στην έκτασι που συστατικοί ή συμβατικοί όροι το επιτρέπουν.
Η μύησις κατά τους ιδίους λόγους, μπορεί να διατυπωθή ως η αναμενομένη δραματική κινητοποίησις αυτής της αυθεντικής αληθείας και της αποδόσεώς της, κατά τα ανωτέρω.
Στην ιερατική μύησι, έχουμε την σχέσι του ανθρώπου-μύστη προς το υπερβατικό-θείον ως φορέας της αλήθειας. Διάμεσος αυτών είναι ο ιεροφάντης-μυσταγωγός, που γνωρίζει και διατηρεί αυτήν την αλήθεια και κινητοποιώντας την με τον αρμόζοντα τρόπο (λειτουργικό τυπικό) την αφήνει να αποδοθή στον μύστη. Αλλά υπάρχει, αν και δεν ονομάζεται, και μία άλλη μορφή μυήσεως, αυτή που ήδη, εμμέσως, έχει αναφερθή ως «ηρωική». Ο τρόπος δράσεως των ηρώων, όπως ο ιστορικός μύθος μέσω της μακράς παραδόσεως διδάσκει, έχει τον τύπο μιας μυητικής διαδικασίας, που εκκινεί από την αρχέγονο κοινοτική εποχή και τις προϋποθέσεις εν-τάξεως στον κοινωνικό οργανισμό, χωρίς όμως να περιορίζεται εκεί.
Στην ηρωική μύησι, έχουμε τον μύστη-ήρωα απέναντι στο αντικείμενο της αληθείας που μπορεί να προσδιοριστή ότι είνει η ίδια του η δύναμις, την οποία οφείλει να ανασύρη ο ίδιος και να την αποκαλύψη στην κοινότητα. Η «επιφάνεια» αυτής της δυνάμεως συμβαίνει με την διαρκή άσκησί της στον άθλο. Και από την ίδια τη φύσι του άθλου, το πρώτο που εμφαίνεται στην μυητική πρόοδο, είναι η αναγκαιότης να αποδείξη ο ήρως την ικανότητά του του «γενναίως δωρίζεσθαι». Διότι ο άθλος και η δύναμις η οποία μέσω αυτού αναδεικνύεται και μάλιστα αυξητικά, είναι αποτέλεσμα μιας διαρκούς εξωτερικής δράσεως. Τα ωφελήματα δε του άθλου, είναι αποκλειστικώς έργα υπέρ των άλλων, υπέρ της κοινότητος, ή ακόμη, κάποιου όντος πέραν του εαυτού του.
Οι μυθολογικοί ήρωες – και από εδώ και στο εξής θα γίνεται λόγος για ήρωες των ελληνικών παραδόσεων, όπου υπενθυμίζεται, αναδεικνύονται και ως ιδιαίτερη οντολογική κατηγορία προσώπων λαμβάνοντας και το ουσιαστικό όνομά τους – διαθέτουν εκ φύσεως μίας ιδιάζουσα δύναμι τόσο σωματική όσο και διανοητική –είναι μητιόεντες-, απόρροια της κατά το ήμισυ θεϊκής τους καταγωγής. Για το λόγω αυτόν, εξ άλλου, ονομάζονται και ημίθεοι.
Στον Όμηρο, ήρωες δεν ονομάζονται μόνον οι ημίθεοι, αλλά εν γένει οι βασιλείς και οι αριστήες και πάλι, όχι μόνον αυτοί, αλλά και άνθρωποι που διαθέτουν απλώς εντιμότητα και δεξιότητα:΅τεχνίτες, αοιδοί κλπ. Φαίνεται ότι και ο Ησίοδος αναφερόταν με το ίδιο κριτήριο στο γένος των ηρώων, που προηγήθηκε του συγχρόνου του (του σιδηρού) και αντιστοιχεί, πιθανώτατα, στην αυτή φάσι της χαλκής περιόδου, όπου και οι Ομηρικοί ήρωες. Όμως, το κυρίαρχο ατομικό ηρωϊκό πρότυπο έχει ως εξέχον χαρακτηριστικό την γενναιότητα, την αυτοθυσία και την τραγικότητα. Γιατί αυτά απαιτούνται, όπως φαίνεται, για την τέλεσι του άθλου και την αλλαγή, μέσα απ’ αυτόν, των πραγμάτων προς το κοινό όφελος.
Στον Πίνδαρο, ως ήρωες πλέον αναγνωρίζονται γενικώς, όσοι από τους θνητούς προσέφεραν μεγίστας υπηρεσίας στο ανθρώπινο γένος. Είναι αυτό, μια απόδειξις ακόμη, ότι η ιδιότης του ήρωος δεν εξαρτάται από κάποιον υπεράνθρωπο παράγοντα, αλλά ότι το αδιαμφισβήτητο κριτήριο για την ανάπτυξί της είναι η διάθεσις και παροχή έργου υπέρ των άλλων και ισχυρού μάλιστα, σε ευρύ κοινωνικό πεδίο. Από εδώ έλκεται, εξ άλλου και ο σχηματισμός «Πανθέων Ηρώων» στην νεώτερη ιστορία. Όμως, εάν αποδεχθούμε την θεϊκή καταγωγή των ηρώων, γίνεται μάλλον ευκολώτερη παρά δυσκολώτερη η κατανόησις τη ιδιαζούσης, οπωσδήποτε, και πολυσήμαντης υπάρξεώς τους.
Για τον ίδιο λόγο, οι σύγχρονοι ήρωες «αποθεοποιούνται», εφ’ όσον, συστήνουν «Πάνθεα».  Ούτως ή άλλως, οι ήρωες υπερβαίνουν κατά πολύ τον μέσο άνθρωπο στα έργα, το σθένος και, συνήθως στα άχθη.
Το στοιχείο της αγωνιστικής ανωτερότητος, ενισχύει την υπόθεσι της ημιθεϊκής φύσεως των ηρώων, όμως δεν είναι καθόλου απαραίτητο να λειτουργή «καταθλιπτικά» προς τους άλλους ανθρώπους, αλλά μάλλον ως παρακίνησι για αδιάκοπο ανάπτυξι του «καλού καγαθού» στοιχείου στο ήθος και στις πράξεις, προς την κατεύθυνσι άλλως του «αιέν αιρστεύειν». Η παραινετική δύναμις του ηρωϊκού προτύπου, ενισχύεται εξ άλλου, από το δεδομένο ότι οι ήρωες δεν γεννιούνται «τελειωμένοι» αλλά αναπτύσσουν την ενυπάρχουσα δύναμί τους μέσα από μια μακρά και επώδυνη, πλήρη δοκιμασιών όσο και ικανοποιήσεων, μυητική αθλητική πρακτική. Και φαίνεται ότι όσο οι άνθρωποι έχουν κάποια ιδανικά να υπερασπίζουν, όχι χάριν του εαυτού τους αλλά χάριν του κοινού οφέλους, θα έχουν και την πιθανότητα να ανταποκριθούν σ’ αυτήν την παραίνεσι, ανακυκλώνοντας τουλάχιστον, τον ηρωϊκό τόπο, τρόπο, τύπο.
Στην Αρχαία Ελλάδα η διδασκαλία του έργου και του βίου των ηρώων ήταν από τα σταθερά στοιχεία της πολιτειακής Παιδείας. Και επειδή η Παιδεία είναι από τις σημαντικώτερες πηγές των συνειδητών μας προσλήψεων, εύκολα συνάγεται ότι το πρότυπο των ηρώων κατέληγε σε κοινό συνεκτικό παράγοντα των κοινωνικών τάσεων στην ελληνική πολιτεία, όταν πλέον είχε παρέλθει η ιστορική περίοδος των μεμονωμένων-διακεκριμένων ηρώων, μαζί με την κοινωνία των γενών και της ιεράς βασιλείας.
Στα πλαίσια της διαστρωματικής κοινωνίας των φυλών που ακολουθεί, οι ήρωες ούτε αφανίζονται ούτε αμφισβητούνται. Αλλά, εκτός του ότι μετέχουν στην διάπλασι της κοινής συνειδήσεως μέσω της παιδείας, θεωρούνται επίσης θεότητες, προστάτες, φυτάλμιοι, για φυλές, πόλεις και άτομα. Η εκτίμησις του Ρισπέν ότι οι ήρωες προέρχονται από το χαμένο γένος του χρυσού αιώνος του Ησιόδου, όταν άνθρωποι και Θεοί γεννήθηκαν ταυτοχρόνως και ήσαν ομοτράπεζοι και οικείοι, μπορεί να δώση έναν επί πλέον ερμηνευτικό όρο στο γεγονός, ότι οι ήρωες μετά τον θάνατό τους ονομάζονται γήινα πνεύματα, δαίμονες-κηδεμόνες και φύλακες των θνητών, επιτηρητές και εμπνευστές των έργων τους, που διατρέχουν όλη τη γη και σκορπίζουν τον πλούτο. Αυτό είναι το βασιλικό προνόμιο που κρατούν για τον εαυτό τους. Ο λόγος, βέβαια, αφορά στους πρώτους ήρωες τους «μυθικούς». Και γι’ αυτούς θα συνεχίση να γίνεται, επειδή αυτοί είναι που, μέσα από τον ζωτικό κύκλο των άθλων τους που η παράδοσις διέσωσε, αναδιπλασίασε και μετέδοσε για χιλιετηρίδες, ανάγονται σε αυθεντικά πρόσωπα-πρότυπα του υπερόχου ανθρώπου. Του «ψυχωμένου», του έχοντος «ισχυρή θέλησι», του αθλουμένου και πάσχοντος υπέρ της κοινής ωφελείας.
 Η ιδιαιτέρα δύναμις του ήρωος, είναι έμφυτος αλλά κρυφή και για τον ίδιο. Εϊναι επίσης αρρήκτως εξηρτημένη από την αναγκαιότητα και την κατεύθυνσι της εξφτερικεύσεώς της, όρου απαραβάτου για την απόδειξι της και, κυρίως, την γνωστοποίησί της και στον ίδιο τον φορέα της και στους άλλους. Πράγμα, που δεν μπορεί να συμβή  παρά μόνον μέσα από τον άθλο.

Αυτές είναι οι περιοριστικές προϋποθέσεις για την τελική αναγνώρισι του ήρωος ως αξίου του ειδικού αυτού ονόματος.
Εάν ο ήρως αδρανήση, η δύναμίς του θα παραμείνη κρυφή και άτονη, ατροφούσα. Ο ίδιος δε, θα στερηθή την δυνατότητα τόσο της αυτογνωσίας όσο και της αναγνωρίσεώς του, ως προτύπου, από τους άλλους, την ίδια του την αποθέωσι.
Η διατύπωσις περί αυτών από τον Μποσέ Λεκλέρκ είναι χαρακτηριστική:
«Ο ήρως είναι προϊόν της διασταυρώσεως της θείας και της ανθρωπίνης φύσεως προκαλούμενης από τον έρωτα. Ο ήρως ζει εν μέσω των ανθρώπων ως όν ανώτερο, η δε ανωτερότης του εκδηλώνεται διά θαυμασίων κατορθωμάτων. Μοίρα και αυτού, όμως, είναι το γήρας και ο θάνατος». Στην εποχή της παρακμής[1], η λατρεία των ηρώων έγινε κεντρική. Ελατρεύοντο ως ένδοξοι νεκροί. Ενώ δε το ιδεώδες κατέπιπτεν, νέες προσπάθειες ύψωναν μέχρις αυτού το μέσον επίπεδον της ανθρωπίνης υποστάσεως. Η συνειδητή και δρώσα αθανασία είχε τεθή στην διάθεση όλων.
Ο χρησμός της Πυθίας στον Σόλωνα κατά την κλασσική περίοδο, φανερώνει την θέσι των ηρώων στην κοινή συνείδησι:
«Τίμα διά λατρείας τους αρχηγούς της χώρας, τους νεκρούς, που κατοικούν μέσα στο χώμα».
Όταν ο ήρως πεθάνει, περιλαμβάνεται στο χώρο του ιερού αναγορεύεται ισότιμος των θεών, με τους οποίους πριν τον θάνατό του συνεργάζεται ή συγκρούεται.
Ο υποχρεωτικός και προκαθωρισμένος σ’ αυτόν τρόπος, λόγος και τόπος της δυνάμεώς του, υποδεικνύεται από το ότι φέρεται να επιτελή τους άθλους του μόνον κάτω από το κράτος ενός πλέγματος εναντιοτήτων προς το πρόσωπό του. Δεν εξαρτάται δηλαδή, απολύτων τουλάχιστον, από την θέλησί του ούτε, πολύ περισσότερο, από προσωπική παρόρμησι ή φιλοδοξία, το ότι επιλέγει τον συγκεκριμένο τρόπο συμπεριφοράς. Αυτό, επιβάλλεται είτε από την ανάγκη να καθαρθή ένεκα κάποιου άγους, είτε από κάποια αντιπαλότητα που δεν έχει προκαλέσει ο ίδιος αλλά προηγείται της γεννήσεώς του ακόμη, είτε από κάποια ειρωνεία. Το στίγμα των παραγόντων της τελέσεως ενός άθλου δίδεται από τον Σοφοκλή. Κατ’ αυτόν, ο Ηρακλής πεθαίνοντας μαρτυρικά, λέγει:
«Ψυχή μου, μάζεψε τις δυνάμεις σου πριν ξαναρχίσουν οι πόνοι. Και κλείσε με ατσάλι το στόμα μου, για να μην φωνάξω στην τελευταία αυτή δοκιμασία που την περνώ με χαρά, αλλά χωρίς τη θέλησί μου».
Λέγουν πολλοί, ότι το να φαντασιώνη κανείς την Αρχαία Ελλάδα σαν τόπο όπου όλα γίνονταν σύμφωνα με το Μέτρο και την Αρετή΄, είναι παιδαριώδης αφέλεια. ¨Ότι, τέλος πάντων, οι άνθρωποι ούτε τότε τηρούσαν αυτά τα ιδεώδη. Αλλά υπάρχει σ’ αυτούς τους σκεπτικιστικούς ισχυρισμούς ένα σημαντικό κενό: Αποσιωπάται η επίγνωσις, από μέρους των αρχαίων Ελλήνων, της τραγικότητος, που από την γέννησί του ήδη θα διέπη τα δρώμενα του βίου των ανθρώπων. Η ίδια η αντήχησις της ανθρώπινης φύσεως και των εκδηλώσεών της είναι που προκαλεί το τραγικό. Και, ούτε το ένα, ούτε το άλλο, είναι δυνατόν να εξουδετερωθούν. Το ευχάριστο και το δυσάρεστο θα διεκδικούν τον άνθρωπο, το αναμενόμενο και το αιφνίδιο θα τον προκαλούν σε διαρκείς αναπροσαρμογές, ο ατομισμός και ο αλτρουϊσμός, «η Αρετή και η Κακία» θα τον περιμένουν στο σταυροδρόμι, και μέσα στην φαντασμαγορία του ζώντος Κόσμου θα γνωρίζη ότι καραδοκούν οι σκιές του Άδη. Υπάρχουν ακόμη οι παρεκκλίσεις και οι εκτροπές από το κατά φύσιν προσδοκώμενο, υπάρχουν τα τέρατα και τα ποθούμενα. Πολύ δύσκολο να αποκατασταθούν οι μεν, να νικηθούν τα δε, να αποκτηθούν τα τελευταία.
Υπάρχουν πάντως πολλοί τρόποι αντιδράσεως στο πολύπλοκο υφάδι του τραγικού. Και υπάρχει πάντοτε ο κυρίαρχος τρόπος που προτείνεται και, όπου είναι δυνατόν, επιβάλλεται από την ίδια την κοινωνική κεντρική άποψι με διδασκαλία, έθη, ήθη ή νόμους. Κάθε κοινωνία, κάθε ιστορικός σταθμός, εμφανίζει και τα «ιδεώδη» κίνητρά του. Τι ενεργοποιεί και τι αποδυναμώνει. Και οι αρχαίοι Έλληνες ως κοινό ιδεώδες, θεσμοθετημένο, ιεροποιημένο, αλλά και δεικνύμενο μέσω της κυρίαρχης κοινής πρακτικής, είχαν την Αρετή και το Μέτρον. Οι ίδιοι μπορεί να παρεβίασαν τις επιταγές τους ως ένα σημείο και μάλιστα κρίσιμο και καθοριστικό για την ίδια την εθνική τους αλλά και την παγκόσμια κοινωνική εξέλιξι. Και επίσης, επίμεμπη πράξι, της οποίας επεδίωκαν η προσδοκούσαν την κάθαρσι.
Άλλοι τρόποι για να απαντά κανείς στο τραγικό, είναι ο φόβος, η ενοχή, ο κοσμοπολιτισμός, η αδιαφορία. Πάντως, ένας πολιτισμός σχηματίζει το πρόσωπό του από τα σταθερά δομικά του στοιχεία, από τις εστίες στις οποίες επικεντρώνει το ενδιαφέρον του. Το Μέτρον και η Αρετή δεν ήταν, και ούτε είναι νοητό να ήταν, μόνον λέξεις για τους αρχαίους Έλληνες. Οι οποίοι, πειθόμενοι στις παραδόσεις τους, ακολούθησαν και προώθησαν μέσα στην αεικίνητο κοινωνική τους πρόοδο, τα θεμελιώδη αισθητικά, ηθικά και πολιτικά ιδανικά τους, όπως επίσης και το ιδανικό του ηρωϊκού τρόπου και στάσεως ζωής και θανάτου. Στο μέτρο, πάντοτε, του ανθρωπίνως δυνατού, υπερήσπισαν αβιάστως τα κοινά αγαθά. Η ηρωϊκή παράδοσι είχε σαν αποτέλεσμα να αναδειχθή στη θέσι του μεμονωμένου, ημιθεϊκού ηρωϊκού προσώπου, ο ήρως – πολίτης, ή ακόμη, «το κοινόν των ηρώων».
Το πρότυπο του ηρωϊκού μυστηρίου είναι αμέσως οικείο στον άνθρωπο και για τον λόγο ότι ανάμεσα στον μύστη και στην αποκαλυπτομένη αλήθεια δεν παρεμβάλλεται ο γνώστης – ιεροφάντης, αλλά το αντικείμενο των άθλων του μόνο, επί του οποίου εκείνος μόνος θα επιδράση, πράγμα απαραίτητο για την κατανόησι της ίδιας τους της ενεργού υπάρξεως.
Τα αντικείμενα του ηρωικού άθλου βρίσκονται σε σχέσι αντιπαλότητος και ισοδυναμίας προς τον ήρωα. Ισοδυναμία τουλάχιστον, γιατί ως προς την μηχανική δύναμι, φαίνονται συνήθως να υπερτερούν. Η ισχύς του μοιάζει πάντως να αποδυναμώνεται είτε από την έλλειψι αρετής, θελήσεως-ευψυχίας- είτε άπο τον άλογο χαρακτήρα τους, είτε, πολύ συχνά, από την εξηντλημένη αιτία της υπάρξεώς τους, είτε, πάντοτε σχεδόν, από την έλλειψι μήτιδος-επινοητικότητος. Πάντως, η καταγωγή των αντιπάλων του όντων, είναι ομοειδής με αυτή του ήρωος. Κατάγονται δηλαδή από Θεούς και είναι, ως εκ τούτου, όπως και ο ήρως, εκ προελεύσεως στοιχεία του ιερού. Το δε ιερό, σύμφωνα με τον Ελιάντ, εκδηλώνεται με τις εξής κατηγορίες:
1.     την ετερότητα ως προς τον άνθρωπο και τον ιστορικό κόσμο κοινωνικό ή φυσικό
2.     την δύναμι
3.     το νόημα – μίαν ιδιαίτερη και αυστηρά προσδιωρισμένη σημα-σιακή φόρτισι.
4.     το πραγματικό, στο οποίο ανήκει ως δομικό στοιχείο του κόσμου μη υποκείμενο στους ιστορικούς νόμους.
Υπενθυμίζεται ότι η ισοδυναμία τουλάχιστον, άλλως ή περιωρισμένη υπεροχή του αντιπάλου- είναι ένας από τους θεμελιώδεις αγωνιστικούς νόμους στην αρχαιοελληνική συνείδησι. Νόμος, που πηγάζει τόσο από την παράδοσι όσο και από την σωζομένη γραπτή ιστορία και θα στηρίξη μαζί με άλλες αξίες το κεντρικό κοινωνικό αίτημα της Αρετής (γενναιότητος) και της Ισορροπίας (Αρμονίας) στον αγωνιστικό κώδικα τιμής των ανθρώπων και πέραν της αρχαιοελληνικής περιόδου.
Η παράδοσις, που είδαμε ότι περιέχει το ηρωϊκό πρόσωπο-πρότυπο και το αντίστοιχο ήθος, είναι ένα άρτιο όν, που γι’ αυτόν τον λόγο μπορεί να εξελίσσεται, να ανανεώνεται και να αυξάνη. Επίσης, τα στοιχεία της μπορούν να κινούνται με την αυτή εγκυρότητα έξω από τον χώρο-χρόνο.
Ο ηρωϊκός χρόνος-χώρος, υπόκειται στους νόμους της κατ’ εξοχήν παραδοσιακής στην μυθολογία , μορφολογίας. Είναι ακαθόριστοι, μεταθέσιμοι, μετατρέψιμοι. Άρα, απολύτως ευέλικτοι και προσαρμόσιμοι, πράγμα που είναι και συστατικό στοιχείο της όλη μυθικής δημιουργίας. Χάριν αυτής της ιδιαιτέρας ευελιξίας που έχει ο μυθικός χρόνος-χώρος, τίθεται ίσως ένα από τα σταθερά κοινά στοιχεία των ηρωικών μύθων:
Οι ήρωες έχουν πάντοτε σχεδόν προσωπικά δικαιώματα ή θεμιτές προσδοκίες για ένα βασίλειο. Όμως, συχνά δεν αποκτούν ή, αν αυτό συμβή, η βασιλεία τους αποδεικνύεται εξαιρετικά σύντομη και ατυχής. Από την μεν αναφορά στην βασιλεία, μπορεί να δοθή ένα στίγμα για την χρονική στιγμή όπου έδρασε ο ήρως. Μόνον που ήδη δεν γίνεται φανερό αν πρόκειται για τους χρόνους της ιεράς βασιλείας ή της ανακτορικής, που είναι μεταγενέστερη. Τα στοιχεία που δίδονται, διαπλέκουν και τις δύο χρονικές περιόδους. Όπως και αν έχη, πάντως, στον επόμενο μύθο βρίσκομε τον ίδιο ήρωα να υπάρχη σε εντελώς διαφορετικούς χρόνους (στην Αργοναυτική εκστρατεία, π.χ.) που τοποθετείται χιλιετίες πριν τον Τρωικό πόλεμο. Η πάλι, να συνυπάρχη με άλλους ήρωες ή άλλα πρόσωπα που, όσο μπορούν να τοποθετηθούν χρονικά, ανήκουν σε άλλη εποχή (Ηρακλής και Θησεύς, Ηρακλής και Προμηθεύς, κ.ά.). Έτσι ο ήρως, ελεύθερος ουσιαστικά από τα περιοριστικά όρια του κοινωνικού αξιώματος, αν και το αξίωμα είναι εν μέρει υπεύθυνο για τις περιπέτειές του, επειδή πρέπει να προηγηθή αυτού η απαιτουμένη μύησις, μπορεί να προηγηθή αυτού ή απαιτουμένη μύησις, μπορεί να κινήται απεριόριστα για πάντα, παντού. «Θνητός, προοριζόμενος για την θέωσι, ξένος και πολίτης μαζί», ο ήρως προσχωρώντας στον μύθο, προκαλεί ένα σύστημα αληθειών διαχρονικών και διατοπικών. Η εκτίναξι των ηρώων έξω από τον συμβατικό ή περιωρισμένο χρόνο και χώρο συνάδοντα με την ιερότητα αυτών των προσώπων, επιτρέπει την αναγωγή τους σε κοινά, οικουμενικά και δυναμικά πρότυπα ή εκδηλώσεις οριακών μορφών του πάθους, της ασκήσεως, της αρετής, της ενεργητικότητος απέναντι στο «μοιραίο». Αλλά θα μείνωμε λίγο στο σημείο ανιχνεύσεως του χρόνου προελεύσεως των ηρώων, που φαίνεται να έχη ιδιαιτέρως κοινά σημεία με τους βαθύτατα αρχαίους για την Ελλάδα, χρόνους της ιεράς βασιλείας. Και κυρίως, στο σημείο-κλειδί της απαιτουμένης μυητικής διαδικασίας πριν το αξίωμα αλλά και τον τελετουργικό τρόπο του τέλους του. Το σημείο-κλειδί λοιπόν, οδηγεί σε ωρισμένα κεντρικά στοιχεία που είναι όμοια στον ήρωα και στον ιερό βασιλέα.
α) Οι δοκιμασίες που είναι προωρισμένεος να φέρη σε πέρας, βαδίζοντας στο αξίωμα.
β) Η απόλυτη εξαρτησιακή του σχέσις με τον κοινωνικό οργανισμό του οποίου η έγκρισις θα του εξασφαλίση ή όχι το αξίωμα.
γ) Η θεϊκή του καταγωγή, κατά κανόνα από τον Δία ή τον Ποσειδώνα..
δ) Ο καθαρτήριος χαρακτήρ των άθλων του.
Μέσω αυτών των στοιχείων, εκτεινόμεθα στα μυητικά στάδια που, τόσο για τον ήρωα, όσο και για τον ιερό βασιλέα, παρουσιάζουν τον αυτόν γεωμετρικό τόπο:
Πρώτα έχομε την μυητική διδασκαλία. Σαν διδάσκαλος επιλέγεται πρόσωπο που έχει επίση τα γνωρίσματα του ήρωος, ή πάντως, του εξαιρετικού: Λϊνος, κένταυρος Χείρων, Κοννίδας. Οι μητέρες επίσης των ηρώων, οι οποίες παραπέμπουν στην εποχή της ιεράς βασιλίσσης και έχουν τον ρόλο της παιδαγωγού και επιτηρητού του ήρωος πριν εγκαταλείψη τον τόπο γεννήσεώς του. Η μυητική διδασκαλία συμπίπτει με την επίσης μυητικού χαρακτήρος αναχώρησι του ήρωος από την κοινότητα στο άβατον της φύσεως, κυρίως στο όρος.
Έπειτα το ταξίδι, η πειπλάνησις, η περιπέτεια, που πάντοτε έχει την μορφή μιας καθαρτήριας αυτοεξορίας ή εξορίας ύστερα από μία μιαρή πράξι που διέπραξε ο ήρως, κυρίως φόνο. Ο Ηρακλής περνά τρία τέτοια καθαρτήρια στάδια, όσα και τα άγη, που τον εβάρυναν. Και πάλι, μέσα από το εύρος των εξοριών του, μπορεί να υπολογισθή το αντίστοιχο μέγεθος του χρόνου όπου δρα ο ήρως. Η κάθαρσις, μέσω του ταξιδίου-εξορίας, περικλείει και μία αθλητική μυητική διαδικασία, έναν κύκλο άθλωνω: Ο Ηρακλής εξορίζεται στον Κιθαιρώνα από τον θετό του πατέρα Αμφιτρίωνα, ύστερα από τον φόνο του διδασκάλου του Λίνου. Εκεί, φονεύει τον λέοντα του οποίου το δέρμα θα φέρη στο εξής ως μόνιμο ένδυμα και τούτο πάλι είναι λειτουργικό στοιχείο των απωτέρων μυητικών τρόπων. Γονιμοποιεί τις πενήντα θυγατέρες του Θεσπίου, βασιλέως των Θεσπιών μέσα σε μια μόνο νύχτα, και, αποκαθαρμένος ήδη, όταν επιστρέφει από τον Κιθαιρώνα, ελευθερώνει τας Θήβας από την δουλεία στους Μινύες του Ορχομενού.
Για δεύτερη φορά εναγής ύστερ από τον μανικό φόνο των παιδιών του και της μητέρας τους Μεγάρας, παρ’ ολίγον και τους Αμφιτρίωνος, αυτοεξορίζεται και, ύστερα από εντολή του Μαντείου των Δελφών, υποτάσσεται στην θέλησι του δειλού Ευρυσθέως, αρχίζοντας τον κύριο κύκλο των άθλων του. Ο δειλός Ευρυσθέως… αυτός βέβαια δεν θυμίζει σε τίποτε τον ιερό βασιλέα. Αλλά γίνεται ένα συγκριτικό άλμα στον χρόνο με το οποίο λαμβάνεται ένα συνηθισμένο πρόσωπο από την εποχή της κληρονομικής βασιλείας και υφίσταται τις δέουσες κρίσεις. Αλλά από μίαν βαθυτέραν προοπτικήν, ο δειλός Ευρυσθέους αντιπροσωπεύει τον καταναγκαστικό χαρακτήρα του αδρανούς εαυτού μας. Είναι η σχέσις θέσεως-αρνήσεως, αδρανείας-δυνάμεως, που συναποφασίζουν την ισχύν της κινήσεώς μας μέσα στον κόσμο.
Το μακρύ ταξίδι του Ηρακλέους εκτός των ορίων της ελλαδικής χώρας αυτή την φορά, είναι από μόνο του μέρος των άθλων του, έχοντας ιδιαιτέρως βαρύνουσα ιστορική σημασία. Εάν λάβωμε υπ’ όψιν τον χρόνο στην διάρκειά του, μπορούμε να διακρίνωμε σημαντικώτατες ενδείξεις για τον ακαθόριστο πλέον χρόνο του ελληνικού πολιτισμού σε όρια που ξεπερνούν τα γνωστά και «καθιερωμένα» έως τώρα. Πράγμα όμως, που και η ίδια η Αρχαιολογία τα τελευταία χρόνια αρχίζει να αναγνωρίζη.
Στον κεντρικό κύκλο των άθλων του, ευρίσκομε τον Ηρακλή να έρχεται στην Ευρώπη, προκειμένου να αποκτήση τα βόδια του Γηρυόνου. Εδώ, ιδρύει πόλεις, όπως την Αλησία στην Κελτική, όπου και γίνεται επίσης γενάρχης των Κελτών, κατ’ άλλην εκδοχή, των Γαλατών, γεννώντας με την Κέλτικα πριγκίπισσα του τόπου, τον Κέλτο ή Γαλάτη. Ιδρύει επίσης ιερά της Δήμητρος και της Περσεφόνης στην Σικελία, όπως επίσης και υπέρ του Γηρυόνου. Στην Σικελία επίσης, διευθετεί την κοίτη του ποταμού Τύμβριδος. Το ίδιο είχε πράξει και με την εκτροπή των ποταμών Αλφειού και Πηνειού στον άθλο των σταύλων του Αυγείου. Οι παρεμβάσεις αυτές στην φυσική ροή των ποταμών συνδέονται με την ευδοκιμώτερη άρδευσι και την ισόρροπο λίπανσι της καλλιεργήσιμης γης. Αλλ’ ακόμη, αλληγορούν την ίδια την παρέμβασι του αγωνιστού ανθρώπου στη ροή των θυμικών και φορτίων. Στην Σικελία ακόμη, οι Νύμφες γεννούν προς χάριν του τις θερμές πηγές Ιμέρα και Εγέστη. Ο ήρω-έρως προκαλεί νέες, ευεργετικές φυσικές εκδηλώσεις υπέρ των ανθρώπων. Κατά το ίδιο ταξίδι ενώνεται και με την Έχιδνα- μητέρα των περισσοτέρων τεράτων που αντεμετώπισε –και γεννά τον Αγάθυρσο, τον Γελωνό και τον Σκύθη.
Ο ήρως διαθέτει, προφανώς, εκτός των στοιχείων του ιερού  βασιλέως και χαρακτηριστικά της αρχέγονης γονιμικής μορφής των θεοτήτων, αλλά επίσης και του επιστήμονος ανθρώπου. Πάντως, η Έχιδνα παύει να γεννά τέρατα και γίνεται μητέρα των Σκυθών και των Γελωνών, λαού ελληνικής καθαρώς προελεύσεως που, σύμφωνα και με τις αρχαιότερες μαρτυρίες (Ηρόδοτος) ωμιλούσαν την Ελληνική γλώσσα εκτός της σκυθικής, είχαν δε πόλεις ωργανωμένες, πολιτισμικό τύπο όμοιο με των Ελλήνων και λατρεία επίσης, ήσαν δε σιτοφάγοι παλαιόθεν. Στα τοπικά όρια αυτού του άθλου και μόνον επισημαίνονται, μέσω των εκπολιτιστικών παρεμβάσεων του Ηρακλέους, και συγκεκριμένα στάδια της ανθρωπίνης εξελικτικής πορείας. Η κατοχή των βοδιών, αίφνης, σηματοδοτεί την έναρξη στον ελλαδικό χώρο της αρώσεως με ζώα, όχι πλέον με χειρωνακτικό τρόπο, σημαντικό οικονομικό και πολιτιστικό στοιχείο του γεωργικού σταδίου. Η εκτροπή των ποταμών που φανερώνει ένα ακόμη υψηλότερο σημείο στην εξελικτική κλίμακα της γεωργικής περιόδου και αφήνει το στίγμα τεχνολογικών μέσων πέραν του απλού εργαλειακού σταδίου. Τρίτον, η επέκτασις των ορίων του ελληνικού φύλου με τρόπο απολύτως αποδεκτό από τους άλλους, ερωτικό και ειρηνικό. Ακόμη η μίξις διαφορετικού γένους (ή επιπέδου) όντων, του ημιθέου – ανθρώπου και του χθονίου πρωτεϊκού που αποδίδει φύλα ανθρώπων. Το τρίτο άγος, η δολοφονία του Ιφίτου, τον περιάγει στην δουλεία της Ομφάλης. Από εδώ εξάγονται συλλογισμοί που κυριαρχούνται από το κοινωνικό-ιστορικό στάδιο. Ο αρσενικός σε όλη του την υπεροχή, επιστρέφει, αγνιζόμενος για την από μέρους του φύλου του καθυπόταξι του –από πόσο παλαιός- κυριάρχου θηλυκού ανθρώπου, μιμείται τον ίδιο του τον εαυτό και τις πράξεις του όπως ήταν τότε, πριν αποδειχθή αυτός κυρίαρχος. Δούλος και μίμος της βασιλίσσης-γυναίκας και πάλιν η σοφία της ανταποδοτικής εξισορροπήσεως των παθών, των πράξεων, των τυχών του Έλληνος ήρωος- και όχι μόνον. Κοι οι θεοί, επίσης, ό, τι κατανικούν το διαιωνίζουν ως συμπλήρωμα και σημαίνον τους. Έτσι ο Ηρακλής ενδύεται με γυναικεία φορέματα και υπηρετεί την Ομφάλη.
Σ’ αυτό το διάστημα, κερδίζει την ζώνη της Ιππολύτης –της βασίλισσας των Αμαζόνων με την σεξουαλική του ισχύ. Ένα ακόμη σήμα του ιστορικού δράματος. Εμφανώς ναι. Αλλά ας μείνωμε εδώ. Ούτως ή άλλως πρόκειται για μια ιδιαιτέρου χαρακτήρος μύησι του ήρωος σε ένα εμφαινόμενο ή και βαθύτερο alter ego.
Τρίτο αθλητικό στάδιο της μυητικής διαδικασίας, τόσο του ήρωος όσο και του ιερού βασιλέως, είναι η κάθοδος στον Άδη. Για τον τρόπο καθόδου του ιερού βασιλέως μπορεί κανείς να εύρη στοιχεία στον Ελυάντ και στον Γκρέιβς. Πάντως, οι ήρωες έρχονται σε επαφή με το βασίλειο του θανάτου όχι παθητικά, αλλά διεκδικώντας κάτι, και επανέρχονται με κάποιον τρόπο, είτε πριν, όπως οι Ηρακλής, Θησεύς, Οδυσσεύς, Ορφεύς – είτε μετά την αναγόρευσί τους σε δυνάμεις ισόθεες, οπότε ως έμψυχοι νεκροί, λατρεύονται κοινώς. (Λυκούργος, Αχιλλεύς, Πέλοψ κλπ.).
Τέταρτο γνώρισμα-στάσις της ηρωικής μυήσεως είναι η μαντική ικανότης. Το ίδιο ανεζητείτο και μεταξύ των γνωρισμάτων του ιερού βασιλέως. Αυτή εκδηλώνεται κυρίως μετά τον θάνατο και τον ενταφιασμό τους, αν και ο Ηρακλής θα διεκδικήση τον ιερόν τρίπουν του Δελφικού Μαντείου εν ζωή. Τα ταφικά ηρώα – ιερά λειτουργούσαν και ως μαντεία. Στην μετά θάνατον ισόθεο δύναμι του ήρωος, αποδίδει ο Φουστέλ ντε Κουλάνζ και ο Ζαν Ριαπέν κ.ά. την προέλευσι του ήρωος στην απώτερη αρχαιότητα, όπου κυριαρχούσε η λατρεία των προγόνων.
«Τα πνεύματα ή οι ήρωες, γράφει, ήσαν κατά το πλείστον οι πρόγονοι του λαού. Σύμφωνα με την δοξασία ότι η ψυχή δεν εγκατέλειπε το σώμα, οι θεϊκοί πλέον νεκροί είχαν στενωτάτους δεσμούς με την γη που εκάλυπτε τα οστά τους. Από το βάθος των τάφων τους αγρυπνούσαν επί της πολιτείας, επροστάτευαν την χώραν και ήσαν τρόπον τινά, αρχηγοί και κύριοι αυτής».
Στους λεγόμενους ιστορικούς χρόνους, προϋπόθεσις της μετά θάνατον δυνάμεως, ήταν, ο νεκρός, όταν ζούσε, να είχε προσφέρη μεγάλες υπηρεσίες στην πόλι, που μπορούσαν να κυμαίνωνται από την ίδρυσί της έως την πολεμική νίκη ή την καλή νομοθεσία, οπότε γινόταν θεός της πολιτείας.
Συνοπτικά θεωρώντας πάντως την κοινότητα των γνωρισμάτων ιερού βασιλέως και ήρωος, διαπιστώνεται ότι εκείνο που προεξάρχει είναι ο νικητήριος – καθαρτήριος αγών, ο άθλος, απ’ όπου προκύπτει η ταύτισις ήρωος – ιερού βασιλέως ως προς τον ρόλο του «καθάρματος» της πόλεως. Ο όρος «κάθαρμα» ακούγεται ίσως ανάρμοστος προς την βασιλική ή την ηρωϊκή ιδιότητα επειδή, πράγματι, από τους ιστορικούς-κλασσικούς χρόνους, ο καθαρτήριος ρόλος υπέρ της πόλεως δόθηκε σε κοινούς καταδίκους και επεσφραγίζετο με την ιεροπραξία της τελετουργικής θανατώσεώς τους.
Ένα ενδιαφέρον στοιχείο που εντάσσεται στον όλο ηρωϊκό  τύπο, είναι ο τρόπος που πεθαίνουν, και που είναι πάντοτε σχεδόν βίαιος και ειρωνικός.
Όμως, εκτός του ότι πρόκειται κυρίως για μια «σωρευτικώς» καθαρτήρια στιγμή, πράγμα που επίσης τον συνδέει με τον ιερό βασιλέα, ισχύει επίσης το ότι ένας τέτοιος «άδοξος» θάνατος προβλέπεται από τους θεούς για τον ήρωα ως τελική υπόμνησι προς αυτόν, ότι εκτός όλων των άλλων, δεν υπήρξε παρά ένας κοινός θνητός.
Η σκληρή μοίρα του Βελεροφόντη, αποδεικνύει ότι πάνω από όλα εκτιμάται και προστατεύεται η φυσική οντολογική κλίμαξ. (Ο Βελεροφόντης, αναβάτης του Πηγάσου, θέλει να ανέβη στον Όλυμπο διεκδικώντας πρόωρα την θέσι του δίπλα στους Θεούς. Και πλησιάζει στην κορυφή, όταν οι Θεοί προκαλούν οίστρο στον Πήγασο. Ο Βελεροφόντης πέφτει στη γη μένοντος παράλυτος. Όταν τέλος πεθαίνει, κατοικεί μεν στα Ηλύσια Πεδία, αλλά περιφέρεται μόνος. Η πιθανότης της ύβρεως που θα μπορούσε να προκληθή εκ μέρους των ηρώων προς τις υπέρτατες αξίες που αντεπροσώπευαν για την ανθρώπινη συνείδησι οι Θεοί, ήταν φυσικά μεγάλη. Τόσο μεγάλη, όσο και η «υπερβάλλουσα» δύναμις των ηρώων (χάρις αλλά και κατάρα), που μπορούσε να προκαλέση αλαζονεία.
Επιστρέφοντας στον ηρωϊκό χρόνο, που, όπως είδαμε, μπορεί να είναι «οποιοσδήποτε» -αρκεί βεβαίως να μην αντιφάσκη το ιστορικό του φορτίο με τις ηρωικές αξίες – ανιχνεύομε, μέσα από τους άθλους, και τα παρακάτω πραγματικά στοιχεία:
1.     Όταν ο ήρως έρχεται σε αντιμέτωπο σχέσι με τα ζώα που πρέπει να τα νικήση ως κυνηγός, εκτινάσσεται στους επωτέρους προϊστορικούς χρόνους με την ιδιότητα του Ποτνίου Θηρών, Με αυτήν την ιδιότητα, αφ’ ετέρου –και αυτό εξαρτάται από την επικινδυνότητα ή μη του θηράματος – ως προστάτης των πρώτων ανθρωπίνων οικισμών από τις δυσαναλόγως προς αυτούς ισχυρές περιβάλλουσες φυσικές δυνάμεις, που απειλούν την ασφάλεια και την επιβίωσί τους.
2.     Όταν εμφανίζεται σαν εξημερωτής ζώων, κυρίως βοδιών, σημαίνει κατά τα ανωτέρω μία νέα φάσι του γεωργικού σταδίου αλλά και το πέρασμα στην συστηματική κτηνοτροφία.
Ως αντίπαλος τεράτων, διαμαρτικών όντων που δυναστεύουν ολόκληρες περιοχές και μάλιστα νευραλγικά σημεία: λίμνες, οδούς, εύφορα εδάφη, η δράσις του ήρωος αντιστοιχεί στην περίοδο του μεταβατικού σταδίου από την κοινοτική οργάνωσι των οικισμών στην ευρύτερη πολιτειακή. Αν λάβωμε υπόψιν μας την έκτασι των λεγομένων  «νεολιθικών» «οικισμών» σε ωρισμένες περιοχές της χώρας μας, όπως και κάποια στοιχεία τους –ανακτορικά οικοδομήματα, εκτεταμένα αμυντικά τείχη κλπ.- το στάδιο αυτό αρχίζει, στον ελλαδικό χώρο, πολύ ενωρίς. Πάντως, αφανίζοντας τις οποίες διαμαρτικές δυνάμεις- ή ό,τι μπορεί να εννοείται πίσω από την εικόνα τους-, ο ήρως εμφανίζεται σαν άρωγος στην εξασφάλισι των όρων που απαιτεί η οργάνωσις μιας πόλεως, τόσο των εσωτερικών όσο και των εξωτερικών. Μπορούμε δηλαδή να εικάσωμε την συγκεκριμένη προσφορά του ήρωος, ότι εκδηλώνεται αφ’ ενός μεν ως διασφάλισις της Ευταξίας και Ευνομίας, αφ’ ετέρου δε ως απελευθέρωσις των ζωτικών φυσικών πηγών ευπορίας της πόλεως από οιεσδήποτε εναντιώσεις και εμπόδια της χρήσεώς τους.
Ειδικώτερον, ως προς τα τέρατα πάντως, υπάρχει και μια άλλη, καθαρά οντολογική δυνατότης ερμηνείας. Τα τέρατα εμποδίζουν την συγκέντρωσι γύρω από μία παραγωγική Εστία, εμποδίζουν την συγκέντρωση, επομένως, ενός πολυαρίθμου πληθυσμού σε έναν οριοθετημένο ευρύτερο χώρο, όταν κυριαρχούν σε λίμνες ή εύφορα εδάφη. Εμποδίζουν επίσης την επικοινωνία και την επαφή διαφορετικών ομάδων ανθρώπων, εμποδίζουν δηλαδή την συνδιαλλαγή και την ανταλλαγή – το εμπόριο, σε έναν ακόμη πιο προωθημένο χρόνο, όταν δυναστεύουν οδούς. Πέρα από τις πρακτικές συνέπειες αυτού του επιφαινομένου, διακρίνεται επίσης η εκπροσώπησις στα τερατώδη όντα των δυνάμεων της εντροπικής αταξίας, της χαοτικής απομονώσεως και αποστάσεως συγγενών στοιχείων. Είναι ο απόηχος της κυριαρχίας των πρωτογόνων δυνάμεων- που μπορούν, πέραν του εξωτερικού κόσμου να σημαίνουν και στις ενδότερες σφαίρες της Ηθικής και της νοήσεως τις δυνάμεις της προόδου ή της αδρανείας. Ο πρωτόγονος χαρακτήρ των τεράτων, είναι όμως και δηλωτικός της ιεράς φύσεώς τους.
Στην αρχή αναφέρθηκε μια βασική διαφορά κλίμακος ανάμεσα στα ιερατικά μυστήρια και στην ηρωϊκή μύησι: Στα πρώτα, ο θνητός μεταλαμβάνει της αληθείας που πηγάζει από τον κατ’ εξοχήν υπερβατικό –αλλά όχι υπερκόσμιο, κατά την ελληνική άποψι- χώρο, το θεϊκό. Που, κατ’ αντιστοιχίαν προς τις εκδηλώσεις του ιερού όπως αναφέρονται παραπάνω, μπορεί να φέρεται με τις εξής κατηγορίες: 1) την υπερβατικότητα σε σχέσι με την ετερότητα 2) την κατά λόγον και νόμον δύναμι σε σχέσι με την εκτρεπομένη δύναμι του ιερού 3) Έχει νουν σε σχέσι με το «έχει νόημα», του ιερού. Σ’ αυτό το σημείο, συναντά την φύσι του ήρωος και πριν την κοινά αποδεκτή ιεροποίησί του. 4) Συνθέτει και κατευθύνει το πραγματικό –σε σχέση με το «είναι πραγματικό» του ιερού.
Στην ηρωϊκή μύησι, η αλήθεια αποκαλύπτεται σταδιακώς, μέσα από μια σειρά δραστηριοτήτων –άθλων του ήρωος που είναι ο ίδιος μύστης και –συνεργούσης της ανάγκης- μυσταγωγός, ενώ στα ιερατικά μυστήρια έχομε την παρεμβολή του ιεροφάντου.
Βασική επίσης διάκρισις ανάμεσα στα δύο είδη μυήσεως είναι
ότι στα μεν ιερατικά έχομε κοινή συμμετοχή μεγάλου αριθμού μυστών, αλλά τα ίδια έχουν απόρρητο χαρακτήρα.
Η αποκαλυπτομένη αλήθεια, παραμένει άρρητος και ανέκφραστος από τον, μεγάλο ωστόσο, αριθμό των μυστών προς όλους τους αμυήτους, μυστική και απόκρυφος για πάντα.
Η επίμονος και διά νόμου επιβεβλημένη αυτή σιωπή έγινε και αιτία για το πλήθος των εικασιών σχετικά με τα εκεί δρώμενα και αποκαλυπτόμενα.
Αντιθέτως, στην ηρωϊκή μύησι έχομε τα στοιχεία της μοναχικότητας του μετέχοντος προσώπου αφ’ ενός, αφ’ ετέρου την λεπτομερή γνωστοποίησι τόσο του τρόπου τελέσεως του ηρωϊκού μυστηρίου (καθαρμοί, άθλοι) όσον και του περιεχομένου του. Ως προς το δεύτερο μπορούν, και δικαίως, να υπάρξουν επί πλέον απόψεις ή και ενστάσεις. Αλλά όλα αυτά έχουν ορατό αντικείμενο το ανοικτό μυστήριο. Συνηθίζεται πάντως, ιδιαιτέρως επί των ημερών μας, να εστιάζεται το ενδιαφέρον των μελετητών του μύθου περισσότερο στα σύμβολα του μυθικού προσώπου – ήρωος και δράματος, παρά στο αναδυόμενο από αυτόν νόημα. Η τάσις αυτή φυσικά συρρικνώνει την ηρωϊκή παράδοσι και το αντίστοιχο εννοιακό δυναμικό στα ελάχιστα μεγέθη και τις ποιότητες του στατικού επικαλύπτοντας το όν «μύθος» με κάποια από τα εξωτερικά συμβαίνοντά μου (το ρόπαλο, ο αριθμός των άθλων, τα πολλά κεφάλια της Λερναίας Ύδρας κλπ.). Έτσι συμπαρασύρεται και ο μύθος σε μια εποχή που η εσωτερική ορμή των πραγμάτων ακινητοποιείται από ένα τεράστιο φορτίο μορφολογικών παραστάσεων στη σφαίρα του νεοεποχίτικου κατασκευάσματος. Όπου, το ιερό αντικαθίσταται από το μυστικιστικό επινόημα ολωσδιόλου αφερεγγύου μέσω ενός «επιστημονισμού». Από εδώ απορρέι το κύμα ενός (νέο;) φετιχισμού, όπου η ροή της ζωϊκής αφθονίας αγνοείται από τον αμέτοχό της άνθρωπο, που έτσι αναπαράγει τον εαυτό του σε ημιαγρία κατάστασι, τότε που ο φόβος και η αδυναμία ελέγχου του αμέσου περιβάλλοντός του τον καθήλωναν σε μία δίχως «φως» ζωή. Αυτό είναι ένα μεγάλο ζήτημα.
Αναντίρρητο πάντως είναι, ότι ο ηρωϊκός μύθος αν και δεν αναδιπλασιάζεται πλέον, παραδίδεται όμως έχοντας μία έκτασι τεραστίας νοηματικής και πραγματολογικής δυναμικής ενεργείας, και μπορεί να είναι κατανοητός και προσλήψιμος από τους έχοντες κοινόν νου.
Και ο ήρως προσάγεται έξω από τον χώρο και τον χρόνο των γραμμικών συμβάσεων ως πρότυπο αληθές και πολύσιμο, συγγενές του ανθρώπου, απολύτως εκτεθειμένο και ανεπιφύλακτο και πάσχον και βουληφόρο και ισχυρό, πρόσφορο τόσο στις στοχαστικές μας προσαρμογές όσο και στις φανταστικές παραστάσεις μας. Από εκεί βέβαια μπορεί να εξακολουθήση να είναι για τον καθένα μας πρότυπο ήθους και συμπεριφοράς μέσα στον κόσμο και προς τον εαυτό μας, αλλά και παρηγορητική –εξισορροπητική υπόμνησις σε καιρούς βασάνων και παθών. Γιατί ο ήρως δεν είναι ποτέ απολύτως ευτυχής. Η μόνη του ικανοποίησις είναι ο άθλος.
Κατά τα άλλα υφίσταται όλη την κλίμακα της ανθρωπίνης τραγωδίας στον μέγιστο βαθμό. Αλλά δεν υπομένει. Αντιστέκεται. Και τέλος, πάντοτε εύψυχος και εύθυμος, δικαιώνεται από θεούς και ανθρώπους.
Η σχέσις των δευτέρων προς του ήρωες παραμένει ζωντανή, πολλαπλή και αύξουσα, καθώς στον ελληνικό τουλάχιστον μύθο, η αναγωγική μυθοποίησις λειτουργεί σύμφωνα με τους κανόνες του αναδιπλασιασμού συν τω χρόνω. Ενώ στον βαρβαρικό μύθο τα εξέχοντα πρόσωπα, εκτός του ότι περιορίζονται σ’ αυτό που «κάνουν» (το «πράττειν») και τα κίνητρά τους είναι αφελή ή και παράλογα. περιορίζονται εξ άλλου στον ίδιο τον απεικονιστικό περιγραφικό λόγο των βαρβάρων όπου προεξέχουν τα πεπραγμένα και μια πανομοιότυπη μορφή εκτελεστικής εμφάσεως, (αυτό θα μπορούσε να είναι το αντίστοιχο του Έλληνος ήρωος με μεγάλες αμβλύνσεις στην ακρίβεια των εννοιών –βλ. χολυγουντιανές αποδόσεις). Αλλά στον ελληνικό μύθο ο ήρως είναι και κατ’ εξοχήν πρόσωπον. Τούτο σημαίνει ότι δεν διεκπεραιώνει κάποια εντυπωσιακά κατορθώματα αλλά προωθεί τον ίδιο τον κόσμο της πραγματικότητας των δεδομένων στον πολλαπλασιασμό τους μέσα από την αισθητική, φαντασιακή και αισθαντική αναγνώρισί του από τους άλλους ως οικείου και συγγενούς και πάντοτε παρόντος και ζώντος και δρώντος. Η «διδακτική» ουσία του ηρωϊκού μύθου είναι η βάσις που θεμελιώνει ένα κάθε φορά νέο οικοδόμημα, νέων προσώπων, όχι κατά το αντίγραφο αλλά κατά το ομότροπον του προεξάρχοντος ηρωϊκού υποδείγματος. Και τα πρόσωπα αυτά αποδεικνύεται ότι μπορούν να προσαρμόσουν τις ιδιότητες και τα πραττόμενά τους –τα έργα τους- σε οιονδήποτε περιβάλλον που θα ενεφάνιζε η πορεία των ανθρωπίνων πραγμάτων, ακόμη και αν αυτό ήταν εκπτωτικό. Αρκούσε να μην έχει τεθή υπό αμφισβήτησι –ή όπως στις ημέρες μας συμβαίνει- υπό ανοικτό και απροκάλυπτο και βίαιο διωγμό αυτό το ουσιώδες συστατικό της εντελέχειας της ανθρωπίνης οντότητος. Το ηρωϊκό στοιχείο ως ένα εκ των ων ουκ άνευ δομικών θεωρημάτων ατόμου και κοινωνίας. Μέσα σε τέτοια περιβάλλοντα και κατ’ αυτή την συνειδησιακή ρύθμιση σημειώθηκε αμείωτη η αποκορύφωσις της μυθικής επενέργειας στην συλλογική συνείδησι και στην βασική προσωπικότητα της κοινωνίας και η ιστορική μεταστοιχείωσι του ουσιαστικού «ήρως» από τον εκπρόσωπο των πόλεων (ιερό βασιλέα-βασίλισσα) των παναρχαίων (ασυντάκτων χρονολογικά) εποχών της κοινωνίας των γεννών στο «κοινόν των ηρώων», της ανακτορικής, της αρχαϊκής και της κλασσικής περιόδου. Το ηρωϊκό υπόδειγμα που ωθεί τον άνθρωπο κοντά στο θεϊκό επίπεδο (εγκαθιστώντας τον οπωσδήποτε σ’ αυτό του ιερού) μέσα κυρίως από την έντονο και ακατάπαυστο επιλογή του αγώνα χωρίς ιδιοτέλεια και πάντοτε υπέρ των άλλων (αξιών και προσώπων), αποδυναμώνεται όταν αρχίζει να επικρατή η μυθοπλασία γύρω από ιστορικά πρόσωπα που δρουν μοναχικά, για τον εαυτό τους ή για ένα στενό κύκλο, εντυπωσιάζοντας τους άλλους με θαυματοποιίες και μαγείες. Όταν, δηλαδή, διαταράσσεται αφ’ ενός το οντολογικό επίπεδο το οποίο προσάγεται ως το θεμελιωδώς δρων δυναμικό πεδίο επί των ανθρωπίνων συνειδήσεων και κοινωνιών –το επίπεδο του ιερού, όπου ανήκουν οι ήρωες και αφ’ ετέρου η διαδικασία κατά την οποία αυτά τα πρόσωπα αποκαλύπτουν τον εαυτό τους –μία διαδικασία εναγωνίου και αυτοβούλου δραστηριότητος ύστερα από την εν μέρει ελεύθερη, εν μέρει επιβεβλημένη και πάλι κατά ένα μέρος σε ανθρώπινη, κατ’ άλλο σε θεϊκή ή νόμιμο επιταγή, ανάληψι πολλαπλού και όχι χωρίς παλινδρομήσεις έργου. Και τονίζεται, ότι από την ατομιστική μυθοπλασία απουσιάζει αφ’ ενός η επαχθής βεβαίως, πλην ανυποχώρητος και εγγενής αναγκαία συμφωνία, σχεδόν υποταγή, στην μέσα του ελκτική δύναμι του ηρωικού προσώπου προς την ίδια τη φύσι του, και, βεβαίως, η ειρωνεία. Αυτό το καταλυτικό διακριτικό συστατικό του όλου οντολογικού γίγνεσθαι που μόνο οι Έλληνες διείδον και προέβαλον, το φαινόμενο της θέσεως-άρσεως, του αγώνα όχι μόνον κατά των εμφαντικών βαρβαρικών – εναντιοτήτων, αλλά κυρίως κατά των διαρκών και διαρκώς επαπειλουμένων «παρεγκλίσεων» από το προσδοκώμενο.
Ύστερα από τον ηρωϊκό μύθο, αλλάζει το σκηνικό, περιορίζεται και διεκδικεί την προσωποπαγή αλήθεια και το ανάλογο αλάθητο.
Αντιθέτως, κανείς δεν θα μπορούσε να φαντασιώση τον αρχαίο ελληνικό μύθο μέσα σε σκηνικά δωματίου, σχολών ή σκήτης. Εδώ τα πάντα διευρύνονται και η κλίμαξ δρώντος πορσώπου – περιβάλλοντος ευρίσκεται σε ισόρροπο αρμονία. Η αλήθεια προβάλλει από παντού, η πειθώ, η μνήμη, το πάθος και η αφθαρσία του μηνύματος διαρρέουν τον γρανίτη του χρόνου τροφοδοτώντας το ανίκητο ποτάμι της ζωής στην μέγιστη απόδοσί της.
Αν και το ηρωϊκό στοιχείο εκδηλώνει σε οριακό βαθμό τις ιδιότητες – κατηγορίς του όντος δηλ. το «ποιείν», το «πράττειν», το «ποσόν», την «έχειν», την «θέσι», τον «τόπο» και, αν και έχει στον μέγιστο βαθμό την διασταλτική  ικανότητα σε χώρο και χρόνο, για να γεννηθή χρειάζεται πρωτίστως μια προϋπόθεσι: την τοπικότητα.
Από την στιγμή που η Ανατολή εισβάλλει στην ελληνική πλαστικότητα του μύθου, την θέσι των ηρώων καταλαμβάνουν μυθοποιημένοι κοινοί θνητοί που δεν υπέστησαν την από τις κοινές παραδόσεις δοκιμασίαν ούτε απήλαυσαν την του κοινού αποδοχήν ως υπερόχων προσώπων. Δια τούτο και τα έργα τους προβάλλονται ως φήμες ή θρύλοι από διαπεπιστευμένους οπαδούς τους, την ίδια στιγμή που οι βαθειές ρίζες της παραδοσιακής κοινωνίας κλυδωνίζονται από μιάν διαταραχή και ανάλογο διεύρυνσι των ορίων του τόπου που γεννάται και επιστρέφει πάντοτε ο ήρως. Είναι η στιγμή του ανεξέλγκτου λόγου, της επιβολής του παραλόγου ως θαυμαστού. Και ήδη βεβαίως σημειώνεται αυτό από την ελληνιστικήν εποχήν όπου οι φήμες ότι ο διδάσκαλος «μπορούσε να κάνη» αυτό ή εκείνο το αξιοπερίεργο, πλην αναλούμενο ήδη κατά την εκτέλεσί του και έχοντας προκληθή κατά τρόπο που δεν ήταν ανιχνεύσιμος –κι εδώ πάλιν θα διεκδικούσε η φημολογία την θέα του αποδεκτού με τις βαθειές ιστορικές – αισθαντικές προεκτάσεις και εκπηγάσεις. Έτσι, οι «βίου» άρτι εμφανισθέντων προσώπων, υποβάλλοντο ως θαυμαστοί αν και μη ανιχνεύσιμοι ως ατομικοί που ήταν, ολονένα και περισσότερο, ενισύοντας το ανατολικό – ασιανικό πρότυπο του αναχωρητικού ατόμου και της ιδιωτικής «σωτηρίας» ή «μεγαλύνσεως» ή, μέσω κάποιων περιέργων και πάντως αδιαφόρων και ανεπαισθήτων στο κοινωνικό γίγνεσθαι, πρακτικών.
Η βαρβαρική κομπορρημοσύνη είχε περιβληθή τον μανδύα του «φιλοσοφικού βίου».
Το πλασματικό, το «θρυλούμενο», το εντυπωσιακό παίρνει την θέσι του πραγματικού, του μυθικού, του διδακτικού, του φαντασιωτικού (που είναι ο δυναμικότερος υποκειμενικός τρόπος και προσλήψεως και ερμηνείας και οικειοποιήσεως και διαιωνίσεως κάθε προτάσεως), του αισθητικού. Και, όταν οι φαύλες αυτοκρατορίες του αχανούς και του ασυνεχούς υποσκελίζουν την ελευθέρα, αυτόνομο και αυτοελεγχομένη πόλιν, τότε βεβαίως, η ηρωϊκή ισχύς χάνει τους υποδοχείς της, τους πολίτες που θα υπεράσπιζαν στο όνομα των πολιούχων θεών και ηρώων αυτή την πόλιν. Και πρυτανεύει εύκολα η ατασθαλία και ο ιππόδρομος, ο μεσσιανισμός και η απαιδευσία. Επόμενο, η «όπως όπως» ατομική «σωτηρία» όσων δεν ήθελαν ή δεν μπορούσαν να «απολαμβάνουν» τα αγαθά της παρακμής – τα απορρίματα της ηδονής, τις σκιαγραφίες της γνώσεως. Κι κατέφευγαν, δούλοι έτσι κι αλλιώς, στην ασκητική , αυτάρεσκη τεχνική της «τω θεώ ομοιώσεως».
Κι εκείνη την εκπληκτική ρήσι – ρήξι προς κάθε τι το υπερκόσμιο και αλλότριο «εις οιωνός άριστος αμύνεσθαι περί πάτρης», ήρθε και υπεσκέλισε το καζάνι με τα περίεργα υλικά της αραχνοβριθούς «κάμαρας» του μάγου. Από εκεί, έως το σύγχρονο τέρας του «global village», των ανωνύμων μαζών και της πολλαπλής αναδιπλώσεως στο στοιχειώδες, η διαφορά είναι μόνο στο χρώμα της ερήμου.
Όσο για το ηρωικό στοιχείο: αυτό, όχι δεν πέθανε, βεβαίως, επειδή απλούστατα, είναι σύμφυτο με την ίδια την ύπαρξί μας. Αλλά οπωσδήποτε κάτι συνέβη. Σύνθλιψις, διστροφή, εκτροπή, διαφυγή. Τα ωραία πρόσωπα των ηρώων του μύθου, αυτοί οι μύστες και οι μυσταγωγοί της βαθειάς, ορμητικής πηγής ου είναι μας προς την γονιμοποιό έξοδό της κατήντησαν «καρτούν». Όχι, δεν «ζούμε σε μια άλλη χώρα». Απλώς δεν ζούμε σε καμμιά χώρα.

Μαρία Ιωαν. Σίδερη

[1] Προφανώς, εννοεί την αρχαϊκή, τουλάχιστον, εποχή. Είναι σημαντικό, ότι όλοι οι έγκυροι διανοητές περί την Αρχαία Ελληνική Ιστορία, συμφωνούν ότι όσον εγγίζομε προς τους απωτάτους χρόνους του πολιτισμούς της, τόσον μεγαλύτεραν ακμήν συναντώμε. Η πρόοδος, τω όντι, υπήρξε φθίνουσα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.